Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Ο Παπάζογλου και η δεκαετία του ‘80



Υπάρχει κάτι πολύ γλυκό στον τρόπο με τον οποίο υποδέχτηκε η ταλαιπωρημένη χώρα μας τον θάνατο του Νίκου Παπάζογλου. Χωρίς τυμπανοκρουσίες και μεγαλοπρεπή αφιερώματα, ο Παπάζογλου προκάλεσε στις συνειδήσεις μας αυτό που δίδασκε με το ήθος και το ύφος του. Μας ανάγκασε να μιλήσουμε γι’ αυτόν με τη φωνή του και να κοιτάξουμε για λίγο με το βλέμμα του, με τον τρόπο δηλαδή που ο ίδιος προσέγγιζε τον κόσμο: χαμηλόφωνα, απλά και με συνεσταλμένη αξιοπρέπεια. Πέτυχε να γίνει αντικείμενο συζήτησης στις παρέες, χωρίς να μιλούν γι’ αυτόν με επικές κουβέντες και βαριά ρητορική, αλλά θρηνώντας υπόκωφα και ψιθυριστά το χαμό ενός πολύ αγαπημένου καλλιτέχνη. Αυτός ο τόπος τουλάχιστον δεν έχει ξεχάσει τους αβρούς τρόπους της θρηνωδίας.

Ο Νίκος Παπάζογλου υπερέβαινε την εποχή του, που τον στένευε σαν δυσάρεστος κορσές. Ο ίδιος ήταν έτη μπροστά από τη Μεταπολίτευση που τον ανέδειξε, πόσο μάλλον από τη χαμένη δεκαετία του 1980 με την ανυπόφορη ισοπέδωση που προκάλεσε το ΠΑΣΟΚ στην έννοια του λαϊκού, Ο Παπάζογλου είχε ανακαλύψει το εναλλακτικό προτού αυτό γίνει trendy alternative από ημιμαθή μειράκια των Αθηνών. Σύμφυρε μέσα του το λαϊκό και το λόγιο, το ρεμπέτικο με το ροκ, το απολλώνιο με το διονυσιακό, το ελληνικό με το κοσμοπολίτικο, την Ανατολή με τη Δύση. Με το μουσικό ύφος και με το ανθρώπινο ήθος του έδειξε πως μπορείς ως άνθρωπος να στέκεσαι ακομπλεξάριστα απέναντι στην παράδοση και το μοντέρνο, χωρίς εκζήτηση και αλαζονεία, έδειξε πως μπορείς να κουμαντάρεις και να χωνέψεις τις πιο παράξενες αντιφάσεις και να αποτελέσεις ως άνθρωπος και κατ’ επέκταση ως κοινωνία ένα πεδίο δοκιμών και πειραματισμών ελεύθερο και ανοιχτό στην ομορφιά, απ’ όπου κι αν προέρχεται. Υπέδειξε έγκαιρα τον πίσω δρόμο που οδηγεί στην «εκδίκηση της γυφτιάς» εκεί που το «θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό» μετατρέπεται σε πυξίδα ζωής και χαραμάδα ελευθερίας.

Η προσφορά του στη μουσική μένει να αποτιμηθεί από τους αρμόδιους. Εγώ όμως ξέρω ότι χωρίς τον Παπάζογλου και τη σχολή που δημιούργησε (αλήθεια τι ανώτερο από το να είσαι Δάσκαλος) ονόματα όπως Μάλαμας, Παπακωνσταντίνου, Ιωαννίδης, Περίδης, Θηβαίος κ.λ.π. θα ήταν άγνωστα σε μας και το ελληνικό τραγούδι που πια πειραματίζεται έχοντας λύσει υπαρξιακά διλήμματα και αγκυλώσεις, δεν θα ήταν το ίδιο. Μας συνιστούν τα ετερόκλητα είχε γράψει κάποτε σε έναν δίσκο του. Ο Παπάζογλου με τον τρόπο του, απ’ το παλιό καλό χαρμάνι της παράδοσης, του ρεμπέτικου και της λαϊκής ψυχής, μας δίδαξε ότι είναι νόμιμο να συγκερνάς αντιθέσεις. Δεν είναι μεταμοντέρνο. Μεταμοντέρνα είναι η ισοπέδωση. Γι’ αυτήν ευθύνονται άλλοι.

Σε πιο προσωπικό επίπεδο μιλώντας, στις δύσκολες εποχές του «όλα πάνε με όλα», στα δικά μας εφηβικά χρόνια που είχαν ως κυρίαρχα πρότυπα γύρω μας Κλικ, Μύκονο και ιδιωτική τηλεόραση, ο Νίκος Παπάζογλου με τα τραγούδια του, που ήταν κοινής αποδοχής, κράτησε κόσμο και κοσμάκη σε μια συνετή επαφή με τη γνησιότητα της λαϊκής ψυχής. Για μας τα αγοράκια, τα τραγούδια του  όρισαν εναλλακτικά την αρσενικότητα παραδίδοντας μαθήματα λαϊκής αισθηματικής αγωγής στην εποχή της «ρευστής αγάπης», όπως τη χαρακτηρίζει ο Ζύγκμπουντ Μπάουμαν. Να μιλάς όταν έχεις κάτι να πεις (5 προσωπικοί δίσκοι σε 35 χρόνια και βέβαια τηλεοπτικά σχεδόν ανύπαρκτος), να ανοίγεις δρόμους και να αναγνωρίζεις το καλό, να αποζητάς την ατμόσφαιρα, να δίνεις με ειλικρίνεια ψυχής, να δακρύζεις με δωρική αξιοπρέπεια χωρίς  το δάκρυ σου να γίνεται κλάψα.

Για όσους από μια υπεροπτική και κοσμοπολίτικη σκοπιά προσπερνούν αυτό το είδος τραγουδιού που λέγεται «έντεχνο λαϊκό» και το στιγματίζουν με την κατηγορία της μαυρίλας τι να πεις… Όποιος δεν μπορεί να ξεχωρίσει τη γνησιότητα του αισθήματος από το faux, μάλλον, είναι συναισθηματικά φτωχός. Αναμφίβολα κακοποιήσεις υπήρξαν. Και κακές μιμήσεις επίσης.  Όμως πάντοτε το πρόβλημα στην τέχνη δεν υπήρξε ο Καρυωτάκης αλλά ο καρυωτακισμός.

Οι λυγμικές απολήξεις της φωνής του, αυτό το ήπιο κλάμα, η φωνή που μοιρολογούσε ακόμα και στη χαρά, ακόμα και στο ανατολίτικο τσιφτετέλι (ως Ηπερώτες ξέρουμε από το γάλα της μάνας μας να κλαίμε στη χαρά), η βυζαντινή θρησκευτικότητα και η βαθιά αίσθηση ότι είσαι ξένος και απόκληρος, η γελαστή εφηβικότητα στο εξώφυλλο της «Γυφτιάς», θα μας συντροφεύουν στις πιο προσωπικές και μουσικές μας διαδρομές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου