Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Εγώ πάντως φοβάμαι τους Έλληνες

«Γίνεται κανείς ρατσιστής ή ξενόφοβος
πολύ εύκολα, αρκεί να μην αισθάνεται
αρκετά σίγουρος για τον εαυτό του»
                   Τζβεντάν Τοντόροφ

Τρεις μέρες τώρα, απ’ όταν ένα στοιχειωμένο καράβι της γραμμής Χανιά-Αθήνα μετέφερε στην πρωτεύουσα τον πανικό, με 238 ασθενικά κορμιά στο κατάστρωμά του, αισθάνομαι τρομοκρατημένος από την αγλαή αντίληψη της κοινής γνώμης περί του μεταναστευτικού προβλήματος. Η επιπολαιότητα περισσεύει και πολύ συχνά μετατρέπεται σε προσβολή στην ανθρώπινη αυταξία.

Όπου σταθείς αυτές τις μέρες και σε ξέρουν λιγάκι, δεν γλιτώνεις από τα δόντια του πικραμένου και ξάφνου αναγεννημένου μικροαστού. Που δείχνει να παίρνει τα πάνω του, όταν ο δημόσιος διάλογος γυρίζει στο μεταναστευτικό. Σαν να αντλεί κουράγιο από το μίσος.

Τους κατανοώ, είναι φοβισμένοι. Αλλά τους φοβάμαι επίσης, το ίδιο. Φοβάμαι τους Έλληνες στη χώρα μου! 

Είναι τρομερή η μέρα εκείνη (τέτοιες ζούμε) που ο σκουληκάνθρωπος και σκουπιδάνθρωπος της μίζερης καθημερινότητας, καταδικασμένος κοινή συναινέσει σε ισόβια δεσμά, ξεσπά επιδεικνύοντας όλα τα συντηρητικά αντανακλαστικά του. Τους βλέπω να ξεσπαθώνουν εναντίον των κακόμοιρων Αφγανών και σκέφτομαι πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει ο άνθρωπος. Εκφράζω κατά καιρούς  θέσεις συμπόνοιας και συμπάθειας για τα εβένινα παιδιά από τους πονεμένους τόπους της Ασίας και της Βόρειας Αφρικής που τελευταία μας βρωμάνε φαίνεται περισσότερο. Αυτές τις μέρες όμως κάποιοι με περίμεναν στη γωνία. Τι να μας πεις άραγε γι’ αυτή την προσβολή κύριε.

Η πολυπολιτισμικότητα γενικώς φοβίζει, αλλά ας το πάρουμε απόφαση δεν γίνεται να ζήσουμε αλλιώς. Πάντα φοβόμουν τον συντηρητισμό και την υποκρισία του. Την ηθικολογία που επενδύει στο φόβο και που οφείλουμε να την ξεχωρίζουμε από την ηθικότητα που έχει να κάνει με την αρετή. Και εδώ και τρεις μέρες ήχησαν πάλι οι σειρήνες της υποκρισίας

Είναι τρομερό πως ο φιλήσυχος πολίτης, αυτή η ύπουλη δύναμη της δημοκρατίας, ο σκυφτός και αμήχανος μπροστά στα Μνημόνια και την ακρίβεια, βρίσκει πεδίον δόξης λαμπρόν στη ρατσιστική υστερία. Σαν να ήθελε να επιβεβαιωθεί και έψαχνε την ευκαιρία. Τον φαντάζομαι χαιρέκακα να πανηγυρίζει: «Να ορίστε, σας πιάσαμε ψευτοαριστεροί, τώρα δεν μπορεί, έχουμε δίκιο. Την πατήσατε λοιπόν. Ε, όχι και Αφγανοί κατάληψη στη Νομική. Και μάλιστα με τη βοήθεια του Συνασπισμού». Η αντίδρασή τους είναι λες και τους πάτησες τον φασιστικό κάλο. Βλέπω τις κρεμάλες να έρχονται.

Στην τάξη σήμερα κάποιοι πιτσιρικάδες, αν και εν γένει παραμένουν μουγγοί και εν συγχύσει περί τα κοινωνικά, θυμήθηκαν ότι το 1922 τους πρόσφυγες τους λέγαμε τουρκόσπορους. Άδικο έχουν; Προσθέτοντας τους είπα ότι προσωπικά λυπάμαι αφάνταστα για την πατρίδα μου. Και ντρέπομαι για την κατάντια μας. Λυπάμαι που κανείς δεν κουβεντιάζει σοβαρά. Λυπάμαι που κανείς δεν θέτει τα σωστά ερωτήματα. Λυπάμαι για την έλλειψη κατανόησης, για την αδυναμία αλληλεγγύης, για την πενιχρή συναίσθηση της ετερότητας, για την εικονοπλασία του άλλου ως εχθρού. Λυπάμαι για την επιπολαιότητα και αναισθησία με την οποία αντιμετωπίζεται η υπόθεση επιβίωσης των ανθρώπων του τέταρτου κόσμου που ψάχνουν τη μοίρα τους στην τριτοκοσμική χώρα μου. Λυπάμαι που αυτή η πελιδνή κυβέρνηση δεν κατορθώνει να εισπράξει από την Ε.Ε ούτε μια υπόσχεση υπεύθυνης ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής, έστω ως αντάλλαγμα στα πάνδεινα που μας προσφέρει η τρόικα.

Μα πιο πολύ φοβάμαι. Φοβάμαι τους Έλληνες και την ιδιόμορφη λεβεντιά τους. Φοβάμαι τον λαό που έχοντας ο ίδιος χάσει το δρόμο προς τη Δύση, επιδίδεται κουτσαβάκικα σε συμπλεγματική συμπεριφορά προδίδοντας σύνδρομο εθνικής μειονεξίας απέναντι σε εκείνους τους αδύναμους που αναζητούν τον δρόμο προς τη Δύση. Ενώ στην ουσία όλοι μαζί τελούμε υπό απόγνωση και απελιπισιά.

Ο Παπανδρέου τόλμησε σήμερα να κάνει το εξής δηκτικό προς την Αριστερά σχόλιο: «Είναι αριστερό και προοδευτικό να εκμεταλλεύεσαι τον πόνο κάποιων ανθρώπων και να ενεργοποιείς συντηρητικά ανακλαστικά;» Ποιος, ο Παπανδρέου. Να του θύμισε κανείς άραγε αν θεωρεί σοσιαλιστικό και προοδευτικό τον εργασιακό μεσαίωνα τον οποίο δημιούργησε (γιατί εμένα αυτό με πονάει, οι συνθήκες εργασίας και όχι το μεροκάματο που χάνω).

Και εν πάση περιπτώσει ας καταλάβουμε ότι ο διαχρονικότερος ορισμός του αριστερού είναι να θεωρείς αριστερό ό, τι υπερασπίζεται τον αδύνατο, τον καταπιεσμένο, τον εκμεταλλευόμενο, αυτόν που αξιώνει αέρα ελευθερίας και κοινωνία αλληλεγγύης. Τελεία και παύλα με τους αριστερούς ορισμούς. Η Αριστερά ,αν πάψει να είναι ένας λόγος υπέρ αδυνάτου, καλύτερα να πάψει να υφίσταται. Και ευτυχώς, η Αριστερά είναι πάντα εκεί όπου ματώνει η ελευθερία και η αξιοπρέπεια. Με όποιο κόστος. Που ασφαλώς θα υπάρξει. Θυμηθείτε που θα καταβαραθρωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ στην επόμενη δημοσκόπηση (θυμίζω, η τελευταία του έδινε 6% μετά από πολύ πολύ καιρό μιζέριας και εσωστρέφειας).

Το σκηνικό λοιπόν θυμίζει Δεκέμβρη 2008. Όλοι εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ. Και γι’ αυτό και μόνο, εξ αντιδιαστολής, αξίζει ο σκεπτόμενος και ευαίσθητος άνθρωπος να στρέφεται προς τα εκεί, όπως και στην υπόλοιπη, εκτός ΚΚΕ, Αριστερά. Είναι ζήτημα αυτοσεβασμού και μόνο.

Ο κοινωνικός συντηρητισμός του ΚΚΕ χτύπησε πάλι. Και ας μην μιλήσουμε καλύτερα καθόλου για τον αγωνιώντα να βρει θέση στο κάδρο της συναίνεσης κυρ-Φώτη Κουβέλη τον προτεστάντη. Κάνω λάθος που κάτι τέτοιοι τύποι μου θυμίζουν κάτι αφόρητα βαρετούς και ανερέθιστους θείους με μουστάκι που ομνύουν στο όνομα της σεμνότητας και της ταπεινότητας την ώρα που δεν μπορούν να αισθανθούν αλληλέγγυοι παρά μόνο με το τομάρι τους;

Τελευταία δεν έχεις από πού να φυλαχθείς. Σήμερα στην λαοφιλή Ελληνοφρένεια ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος χαρακτήρισε τον Συνασπισμό «κοινωνική ενόχληση». Ο Καλαμούκης σιγοντάριζε σε ειρωνεία. Ήμαρτον θεέ του κόσμου. Οδηγούσα και μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Επίθεση στον Συνασπισμό από την Ελληνοφρένεια. Ο εθνολαϊκισμός του ΚΚΕ παραμένει παροιμιώδης και εκφράζεται ανυπερθέτως από ανθρώπους με χιούμορ και πνεύμα. Όταν ο Καλαμούκης ρώτησε τον Χαριτόπουλο πως βλέπει το ΚΚΕ και αυτός είπε «δεν εκπληρώνει τον ρόλο του», για δέκα λεπτά προσπαθούσε να του αποσπάσει καλύτερη διατύπωση και κάποια στιγμή τι ομολόγησε κάπως. Άλλαξα σταθμό και έπεσα στις δηλώσεις του Γλέζου:  
«Όσο σκεπτικισμό κι αν δημιουργεί η προσφυγή των μεταναστών, να αναζητήσουν άσυλο στη Νομική Σχολή, είμαι υποχρεωμένος να δηλώσω τα παρακάτω:
Το άσυλο, ως απαραβίαστος χώρος, επινοήθηκε ως ιδέα, ως πράξη κι εφαρμογή και ως λέξη από τους αρχαίους Έλληνες.Παραμένει ως αδιαπραγμάτευτη κατάκτηση των αρχών του δικαίου, ως η πιο ανθρωπιστική ιδέα στην πορεία της ανθρωποποίησης του ανθρώπου.Το Πανεπιστημιακό άσυλο καθιερώθηκε, ιδιαίτερα, μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, όχι μόνον ως χώρος ελεύθερης διακίνησης των ιδεών, αλλά ως άσυλο - προσφυγή κάθε αδικημένου. Οι μετανάστες προσφεύγουν σ’ αυτό, για να επιστήσουν την προσοχή στο πρόβλημά τους. Δουλεύουν χρόνια τώρα στη χώρα μας και τους εκμεταλλεύονται οι πάντες, χωρίς να ρωτούν αν είναι παράνομοι.
Επιτέλους!
Πρέπει το μεταναστευτικό πρόβλημα, από ελληνικό να γίνει ευρωπαϊκό». 


Φοβάμαι και την Ελληνοφρένεια, φοβάμαι και το Ράδιο Αρβύλα, φοβάμαι και το Αλ Τσαντίρι. Φοβάμαι τον λαϊκισμό και την ευκολία απ’ όπου και αν προέρχεται. Ιδίως από τα αριστερά. Τι θα κάνουμε σ’ αυτή τη χώρα, δεν ξέρω. Και άντε, εγώ είμαι ψύχραιμος, έχω υπομονή και αγαπώ το κορίτσι μου, τη μουσική, το θέατρο, το σινεμά, τα μπαράκια και τα βιβλία. Θα το ρίξω εκεί. Αλλά αυτοί θα μας απελάσουν μια μέρα, να μου το θυμηθείτε. Εκτός από το να γελάμε μαζί τους, πρέπει να παρεμβαίνουμε, να μιλάμε, να συγκρουόμαστε. Αλλιώς, μαύρο φίδι που μας έφαγε.

Υ.Γ 1. Ειλικρινά τον έχω χεσμένο τον ΣΥΡΙΖΑ και θεωρώ ανεπιτυχή και αναποτελεσματική την «επιχείρηση Νομική» αφού πετυχαίνει τελικά τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα. Δεν τον ψηφίζω πάντα και πολλές φορές μου τη σπάει. Όμως, όταν συναισθάνομαι την ολομέτωπη επίθεση εναντίον του από το σύνολο του εθνολαϊκισμού με επαναφέρει πάλι στο μαγνητικό του πεδίο.

Υ.Γ 2. Με τη Siemens θα ασχολούμαστε τώρα...Κακόμοιρη χώρα, αδίκως φοβάμαι;

Υ.Γ 3. Τώρα πια καταλαβαίνω και κάτι ακόμη. Τους νιώθω τους ξένους, γιατί και εγώ ξένος νιώθω στον τόπο μου.