Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Δρόμοι παλιοί (16.1.2009)



Αλλάζοντας γνώμη τελευταία στιγμή, αποφάσισα να κατέβω στο κέντρο με τ' αυτοκίνητο και όχι με τον ηλεκτρικό. Που να ‘ξερα τι με περίμενε. Έφτασα στο «Κύτταρο» τρέμοντας. Ένα παράξενο πάγωμα κροτάλιασε το σώμα μου. Όπως και να το κάνεις, είχα δώδεκα χρόνια να περπατήσω τη γειτονιά που μεγάλωσα. Μιχαήλ Βόδα, Ιουλιανού, Ηπείρου, Λιοσίων, πλατεία Βικτωρίας. Οι ασήμαντοι αυτοί δρόμοι ήταν τα σύνορα του κόσμου μου, των επτά, των δέκα και των δώδεκα χρόνων. Παρκάρω μπροστά στην καθολική εκκλησία. Μιχαήλ Βόδα. Δρόμος σημαδεμένος απ' τα βιβλία του Νίκου Δήμου. Κοιτάζω στο απέναντι πεζοδρόμιο την πολυκατοικία με τον αριθμό 23. Το σπίτι μου. Διαβάζω τις σκέψεις μου σιωπηλός. Νοσταλγία. Διάθεση Ταρκόφσκι. Απέναντι ο παιδικός σταθμός. Τίποτα δεν έχει μείνει ίδιο.

Περπατώ και ψηλαφώ τα αισθήματά μου. Λίγο παραπάνω το 54ο Δημοτικό και απέναντι το 42ο Γυμνάσιο. Τα σχολεία μου. Αναρωτιέμαι πως χωράγαμε εδώ μέσα τόσα παιδιά. Η αυλή μου φαίνεται μικρή. Πλησιάζω το τζάμι. Μια καθαρίστρια σκουπίζει μια αίθουσα. Τα φώτα μέσα είναι αναμμένα. Ζωγραφιές παιδιών με παράξενα ονόματα, ασιάτικα, αφρικάνικα, βαλκάνια, γεμίζουν τους τοίχους. Θυμάμαι τη ζεστασιά που είχε η υπόγεια αίθουσα της Δ΄Δημοτικού. Θυμάμαι και τη ζεστασιά που είχαν τα μάτια και η φωνή του δασκάλου μας, του κυρίου Μιχάλη Χουλιάρα.

Περπατώ και αισθάνομαι να κρατώ στα χέρια μου χειροβομβίδες. Κοιτώ τις πλάκες στο πεζοδρόμιο της Μιχαήλ Βόδα, μετράω τα βήματα από το σχολείο μέχρι το σπίτι και δεν μου βγαίνουν όπως τότε. Περνώ στο απέναντι πεζοδρόμιο και θυμάμαι τότε που το πέρασμα απέναντι ήταν πράξη ενηλικίωσης. Τα πάντα έχουν αλλάξει. Τα Αγγλικά «Πάιτα» έχουν γίνει γραφεία. Ο ανάπηρος κύριος Γρηγόρης στο ψιλικατζίδικο δεν υπάρχει. Έχει μείνει το προποτζίδικο δίπλα στο φροντιστήριο και το χαρτοπωλείο «Κυψέλη». Φτάνοντας εκεί βρίσκω στο διάβα μου την πολυκατοικία που έμενε ο Καβούκης και η Σάρον. Θυμάμαι το πάρτυ του 1992 στο σπίτι της, τα μπλουζ, τα αμήχανα βλέμματα, τα χτυποκάρδια. Πλησιάζω στα κουδούνια μήπως δω τ' όνομά τους. Τίποτα.

Μπαίνω στο στενάκι που παίζαμε μπάλα. Ένα μπουρδέλο που του σπάσαμε κάμποσες φορές τη λάμπα με την παιδική μπαλίτσα μας, έχει γίνει πολυκατοικία. Η ταβέρνα του Λάμπρου κλειστή εδώ και χρόνια. Πουθενά παιδικές φωνές, κανένας δεν παίζει.

Φτάνω στην Αλκιβιάδου. Ο Τριαντάφυλλος και τα «Τρια Κυπαρίσσια» δεν είναι εκεί. Κατεβάινω στην Καθολική εκκλησία. Εκεί που έμαθα σκάκι. Το παρκάκι είναι γεμάτο σκουπίδια, σύριγγες και βρωμιά. Όλα μου φαίνονται στενά. Τότε ήταν όλα μεγάλα κι απέραντα. Δίπλα στην καθολική, η παράξενη μπυραρία-καφέ «Σοπέν». Παντού γύρω Πολωνοί και αφίσες στα πολωνικά. Πίνω δυο μπύρες σε κουτάκι και συνεχίζω το οδοιπορικό σακατεμένος. Το κρεοπωλείο δεν είναι εκεί, ο λαστιχάς δεν είναι εκεί, ο Λευτέρης δεν είναι εκεί, η κάβα της Μαρίας δεν είναι εκεί. Στα κουδούνια άγνωστα ονόματα. Ψάχνω να βρω σημάδια, να γίνει αναγνώριση, όπως στις αρχαίες τραγωδίες. Κανείς δεν με ξέρει και κανέναν δεν ξέρω.

Μ' αυτές τις αποσκευές στα μάτια και την ψυχή φτάνω επιτέλους στο «Κύτταρο». Ο Θάνος βγαίνει στη σκηνή με το ποτό στο χέρι. Τον κοιτώ και είναι σαν το μέσα μου. Με τις πρώτες νότες γαληνεύω. Το Jameson ερεθίζει τον ουρανίσκο. Σήμερα κλείνουν 40 μέρες από τη δολοφονία του  Αλέξη Γρηγορόπουλου. Η κατάσταση στη συναυλία γίνεται εκρκτική. Διαδήλωση συναισθημάτων. Ο Γιώργος δίπλα μου αποσβολωμένος. Ο Θάνος φωνάζει. "Χρειαζόμαστε το νερό. Το νερό που είμαστε. Νερό κι αστρόσκονη είμαστε". Αφιερώνει τον "Τελευταίο σταθμό" στον χαμένο αδερφό του. Ζητά λευτεριά σ' όσους είναι στα κελιά. Κι ύστερα "Είναι μια χώρα που με διώχνει μακριά...είμαι ένα σκιάχτρο που άρπαξε φωτιά". Κρατάμε τους στίχους στα χείλη μας σφαλισμένους, πίνουμε, πίνουμε μέχρι το φουκαριάρικο συκώτι μας και γυρίζουμε πίσω, με μια ρυτίδα περισσότερη στο βλέμμα...