Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

20.11.1981




Φυσούσε ένας μανιασμένος αέρας. Τα φθινοπωριάτικα ξερά φύλλα σηκώνονταν από τις άκρες του δρόμου λες και κάποιος δαίμονας ξύπνησε κάτω από την άσφαλτο. Στον 5ο όροφο του μαιευτηρίου «Λητώ» εκείνη δεν είχε ξυπνήσει ακόμη από τη νάρκωση. Μόλις είχε φέρει στον κόσμο ένα στρουμπουλό και ροδαλό αγοράκι 4 κιλών που αφού έκλαψε εθιμοτυπικά και αφού σκεπάστηκε στην αγκαλιά των άσπρων σεντονιών που έφερε η χαμογελαστή μαία, έκλεισε το στόμα του και περίμενε υπομονετικά να μεγαλώσει. Κανένας δεν πρόσεξε τότε αυτή την υπομονή του βρέφους.

Εκείνη ήταν ακόμη 19 ετών. Μέσα σ’ ένα χρόνο είχαν συμβεί τόσες αλλαγές στη ζωή της που δεν είχε προλάβει να καταλάβει τη μεταμόρφωσή της. Εκείνος δούλευε την προηγούμενη νύχτα, πάντα σερβιτόρος, και έφυγε βιαστικά από τη δουλειά του. Σε λίγο θα γινόταν πατέρας. Ένα λαϊκό ζευγάρι του 80 ήταν οι δυο τους. Κανείς τους δεν κατάλαβε τι δημιούργησαν, τι έφεραν στον κόσμο. Ούτε τον κόσμο στον οποίο το έφεραν είχαν καταλάβει. Γι’ αυτό και ζήσαν εν αγνοία ευτυχισμένοι.

Το αγοράκι «συνελήφθη» κάποια από τις νύχτες του μεγάλου σεισμού της Αθήνας, τον Φλεβάρη του ίδιου χρόνου. Οι γονείς του ήταν ανύπαντροι ακόμη και όταν έγινε ο γάμος, Δευτέρα του Πάσχα στο χωριό, η κοιλιά εκείνης είχε αρχίσει να φουσκώνει. Λίγες μέρες πριν τη γέννα, εκείνος έτρεχε στους δρόμους για την «Αλλαγή». Το ΠΑΣΟΚ ερχόταν ορμητικά στην εξουσία και τίποτα δεν μπορούσε να προβλέψει την οικτρή διάψευση τριάντα χρόνια μετά.

Το βρέφος πάντως έδειξε αμέσως τις διαθέσεις του. Χαμογελούσε προς πάσα κατεύθυνση, προτού αρχίσει να καταλαβαίνει τον κόσμο. Και παράλληλα άφηνε τα σάλια του σε όποιον το πλησίαζε. Κάποια χρόνια αργότερα περπατώντας στα κλειστά μαγαζιά της ρημαγμένης από την ύφεση πόλης του, θυμήθηκε το βλέμμα της μάνας του μπροστά στις βιτρίνες της οδού Λαρίσης, τότε που λαχταρούσε να το ντύσει με τα πιο αφράτα ρούχα αλλά το πορτοφόλι ήταν άδειο.

Ιτέας 5, Αμπελόκηποι. Το πρώτο του καταφύγιο. Μια φωλιά της αγάπης, ένας ιδιωτικός ουρανός. 29 χρόνια μετά, το αγοράκι, άντρας πια, της παντρειάς που λέει ο λόγος, θα έλεγε στους φίλους του καμαρώνοντας, ένα μεθυσμένο βράδυ, ότι ο ίδιος υπήρξε προϊόν έρωτα και πάθους και όχι μηχανικού σεξ και τυχαίου λάθους. Πάντα έτσι προσπαθούσε να εξηγήσει όσα συνέβαιναν στη ζωή του. Πίστευε στην αριστοτελική «εντελέχεια» και έβλεπε έναν τελεολογικό σκοπό γύρω από κάθε εκδήλωση της ζωής του. Του άρεσε να κρατάει τις λεπτομέρειες από τη σημειολογία των πραγμάτων. Και εκείνο το βράδυ που έκλεινε τα 29 του χρόνια ήθελε να βγει στους δρόμους και να φωνάξει σαν τον Μόχα του τραγουδιού: πείτε σε όλους ότι εγώ, εκείνο το βρέφος, ως τα σήμερα έζησα μια υπέροχη ζωή! Ρουφώ τον αέρα με τις μύτες, αλλά οι οσμές που μου έρχονται δεν μου είναι αρκετές. Όσο μεγαλώνεις τόσο πιο άχρηστες γίνονται οι λέξεις που έμαθες, τόσο πιο περιορισμένη είναι η ανάγκη να μιλάς. Τόσο πιο άχρηστα τα επιχειρήματα, τόσο πιο θαμπές οι εικόνες. Τόσο πιο βαθιά τα αισθήματα και τόσο πιο εναγώνια η αναζήτηση: τελικά, από ποιο παραμύθι το έσκασα;




*Μόχα= ήρωας του ομώνυμου τραγουδιού του Παύλου Παυλίδη. Πρόκειται για το ψευδώνυμο ενός μυθιστορηματικού τύπου ασήμαντου μυθιστορήματος που πέθανε στις φυλακές μιας αφρικάνικης χούντας καταδικασμένος επειδή κάθε φορά που είχε κάτι σημαντικό στο μυαλό του έβγαινε στο δρόμο και το φώναζε.