Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Ατύχημα

Μια φορά κι έναν καιρό ένα τεράστιο παιδί μου χάρισε το ζεστό της αίμα/
και μπήκα στο παραμύθι της σαν λευκός κύκνος/
από το παράθυρο/
όμως εκείνη ήταν άγγελος/
και κρύωνε/
και δεν άντεχε το παράλογο/
και τα βράδια που ανάβαμε τζάκι στο κρεβάτι της/
καίγονταν τα φτερά της/
κι εγώ είχα αστάθεια στο βλέμμα/
όμως εκείνη κάτι βρήκε και ερωτεύτηκε/
τη φωνή μου/
εγώ πάλι τα κόκκινα μάτια της/
κι εκείνη μου σκελέτωνε το μέλι που έσταζα/
έκοβε με το μαχαίρι και μοίραζε τα λόγια μου/
γιατί σαν άνεμος και νερό που ήταν/
της άρεσαν τα τραγούδια και/
ήξερε από την παλιά ζωή της/
«πως ένα κορμί δεν είναι μόνο αγκαλιά/
είναι μια πατρίδα που θα γίνει/
ξενητιά»/.

Παρασκευή, 4 Φεβρουαρίου 2011

Καρυωτάκης, ειρωνεία, σήμερα

                                                                                                    Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω,
                                                                                                    ανίατα μεσοπόλεμος.
                                                                                                                             Βύρων Λεοντάρης

                                                                                          
Το 1938 ο Γιώργος Θεοτοκάς αναρωτιόταν χαιρέκακα: «Αν θελήσουμε όμως να κάνουμε αφαίρεση όλης αυτής της επεισοδιακής συναισθηματολογίας, αν προσπαθήσουμε να κρίνουμε το έργο καθεαυτό, χωρίς καμία προσωπική προκατάληψη υπέρ ή κατά και με αυστηρά πνευματικά κριτήρια, όπως αρμόζει να κρίνουνται τα έργα τέχνης, τι θα μείνει από τον Καρυωτάκη ως ποιητή;» Αμείλικτο το ερώτημα. Ωστόσο, ο ιδεολογικός μανιφεστάρχης της Γενιάς του ’30, προτού το διατυπώσει,  θα μπορούσε ίσως να λάβει υπόψη του μια, έμπλεη αυτοειρωνείας, απάντηση που είχε δώσει ο ίδιος ο Καρυωτάκης σε ανύποπτο χρόνο:

«Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι,
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς
τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,
κι όταν φέρνουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός.»
                              («Υστεροφημία», Ελεγεία και Σάτιρες, 1927)

Προφανώς η τελευταία φωτογραφία του καταραμένου ποιητή που μας επισκέπτεται σε κάθε εθνική ή ατομική ύφεση.
Πρέβεζα, 21 Ιουλίου 1928
Ο Καρυωτάκης εισέβαλε στην Ποίηση με απελπισία και σχεδόν νομοτελειακά. Δεν είδε την Ποίηση σαν ένα πεδίον δόξης λαμπρόν, αλλά σαν φυσική διέξοδο της απομάκρυνσής του από την πραγματικότητα που πληγώνει ασύμμετρα:

«Μας διώχνουνε τα πράγματα, κ’ η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.»
                                  («Είμαστε  κάτι…», Ελεγεία και Σάτιρες)

Όμως, η Ποίηση, για τον προώρως υποψιασμένο Καρυωτάκη, κατέληξε σύντομα μια τραγική απάτη και αυτή η παραδοχή εκ μέρους του συνιστά το αφετηριακό σημείο της σαρωτικής ειρωνείας που επιφυλάσσουν οι  στίχοι του  απέναντι σε κάθε σοβαροφανή εκδήλωση του ανθρώπινου πνεύματος. Διακρίνω τρεις μορφές καρυωτακικής ειρωνείας:
α) προς την αξία και τον ρόλο της ποίησης,
β) προς την κοινωνική πραγματικότητα,
γ) προς την αδυναμία ολοκλήρωσης του ανθρώπου (αυτοειρωνεία).

Ποτέ πριν τον Καρυωτάκη η Ποίηση δεν είχε απειληθεί περισσότερο από έναν τέτοιο διαλυτικό σαρκασμό («Η σκέψις, τα ποιήματα,/βάρος περιττό»). Ποτέ πριν η συνοφρυωμένη διανόηση και ο ποζάτος στοχασμός δεν είχαν αντιμετωπίσει τέτοιον εσωτερικό εχθρό-δυναμίτη στα θεμέλιά τους, τέτοια επιθετική απομυθοποίηση:

«Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός,
γυρεύοντας ομοιοκαταληξία.»
                                   («Όλοι μαζί…», Ελεγεία και Σάτιρες,)

Σε κάθε περίπτωση, η ειρωνεία στον Καρυωτάκη γίνεται το παρδαλό ένδυμα της μελαγχολίας. Η απαισιοδοξία, η ματαιότητα και ο θάνατος είναι, βέβαια, σταθερά μοτίβα της ποίησής του. Η νεοελληνική μιζέρια και υποκρισία καθρεφτίζονται στην ποιητική συνείδηση του Καρυωτάκη, όμως, σαν αποσταγμένες ατομικές ψυχικές καταστάσεις. Στον Καρυωτάκη η μελαγχολία και η απαισιοδοξία πρέπει να εκληφθούν ως προϋποθέσεις της ειρωνείας. Η ειρωνεία καθίσταται έτσι η εφαρμοσμένη ηθική και αισθητική της ποίησής του. Οι λυγμικές απολήξεις της μελαγχολίας του τιθασεύονται και εκτονώνονται με την ειρωνεία. Και η παρακμή γίνεται το περίγραμμα, εντός του οποίου εξαπολύεται η κοινωνική σάτιρα του ποιητή. Που προφανώς αισθανόταν να τον συντρίβει το περιβάλλον και η εποχή του. Και που αναμετριόταν δραματικά με τους ανθρώπους, το στίχο, το μέτρο και τη γλώσσα. Η πορεία από τον Πόνο του Ανθρώπου και τα Νηπενθή ως τις Σάτιρες είναι η διαδρομή μιας συνείδησης που  δεν μπόρεσε να ζήσει σε κατάφαση με τον καιρό της. Είναι, άραγε, τόσο μεγάλη η απόσταση αυτής της διαδρομής; Πιστεύω πως όχι. Η ειρωνεία απέχει από τη μελαγχολία μόλις ένα, αλλά κρίσιμο, σκαλί.

Το μόνο ζωογόνο στοιχείο σ’ αυτή τη διάστικτη από θανατόπνοο ήθος ποίηση είναι η ανατρεπτική ειρωνεία. Χάρη σ’ αυτή, τα ποιήματά του αναπνέουν και απογειώνονται. Η ειρωνεία στέκεται πάνω από τη μελαγχολία και είναι το κομβικό στοιχείο μιας ανεπανάληπτης ποιητικής έκφρασης. Η ποίηση του Καρυωτάκη καθίσταται υψηλής αξίας αισθητικό γεγονός, αφ’ ης στιγμής ο λόγος αυτοϋπονομεύεται και σαρκάζεται με επιθετικότητα. Η ειρωνεία στον Καρυωτάκη, προϊόν μιας οξύνοιας τραγικής που την αναγνώρισε μέχρι και ο Καραντώνης, τον οδήγησε στις εσχατιές της θλίψης. Από εκεί πέρασε στα όρια της σιγής.
                                                        
                                                                * * *
Η φωνή του είναι ψίθυρος ενοχλητικός που φλερτάρει με το βυθό της αβύσσου. Είναι μια πρόκληση προς τον «κοινό» άνθρωπο της μάζας, με την «μικράν, κατάπτυστον ψυχήν» και την «ιδιοτελή καρδίαν», όπως έγραψε ο ίδιος στο «Εις Ανδρέαν Κάλβον». Ο Καρυωτάκης υπήρξε προνομιακός συνομιλητής της μελαγχολίας και βυθομετρητής απύθμενων ναυαγίων. Γι’ αυτό γοητεύει τους νέους και όχι για τον πεισιθάνατο συναισθηματισμό του που, χωρίς τη σαρκαστική διάθεση, θα μπορούσε να εκληφθεί και ως νερόβραστος νοσταλγισμός. Ο Καρυωτάκης χωρίς την ειρωνεία δεν θα ήταν μείζων ποιητής. Ο μοντερνισμός του συνίσταται σε αυτό το μεγαλοπρεπές ειρωνικό κοίταγμα, σε αυτή τη γραφή που αποθεώνει την αμφιβολία σαν την πιο μεγάλη βεβαιότητα, καθώς την ήθελε κι ο Μπρέχτ.

Η μεγάλη προσφορά του Καρυωτάκη στο νεοελληνικό ψυχισμό είναι ότι μας συμφιλίωσε με την παρακμή και τη μελαγχολία. Μαζί με τον Καβάφη υπήρξαν οι ποιητές που εξέφρασαν αισθητοποιημένη τη μολυσμένη ατμόσφαιρα του νεοελληνικού κρατιδίου. Ο Καρυωτάκης συνομιλεί ατμοσφαιρικά με τον Καβάφη (τον άλλο μεγάλο ειρωνικό) σε στίχους όπως: 

«Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε»

ή

«Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε».
                                       («Είμαστε κάτι…», Ελεγεία και Σάτιρες)

Ο συγκλονιστικός «Μιχαλιός», με το αντιπολεμικό αλλά και βαθύτατα κοινωνικό του περιεχόμενο, είναι ο αντιήρωας που συναντιέται στο διακειμενικό πεδίο με τον ρίψασπι του περίφημου ελεγειακού δίστιχου του Αρχίλοχου. Θεωρώ αυτό το ποίημα απαύγασμα της πικρής ειρωνείας του Καρυωτάκη και διαχρονικό κλείσιμο του ματιού προς κάθε σημαδεμένο απ’ τον καιρό, που «δε μπόρεσε να μάθει καν το ¨επ’ ώμου¨» και ένιωσε κάποτε ότι δεν τον χωρά ο τόπος, γιατί:

«Ήταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος»

                                                             *********
Τώρα θα κάνω τη γενίκευση. Γιατί μας αφορά σήμερα ο Καρυωτάκης; Τι προσδοκίες γεννά στον ανυποψίαστο, ίσως, νέο αναγνώστη της ποίησης; Μπαίνω συχνά στον πειρασμό να κατοχυρώσω έναν περιεκτικό χαρακτηρισμό για έναν συγγραφέα που αγαπώ. Καταθέτοντας έναν παρακινδυνευμένο αφορισμό θα έλεγα πως ο Καρυωτάκης είναι, σήμερα, ποιητής της εθνικής αυτογνωσίας, μιας πατρίδας που ζει εθνικά και συλλογικά ένα παρατεταμένο ΄22 χωρίς προσφυγιά. Γι’ αυτό δεν τον κατανόησε η γενιά του ’30 που βαυκαλιζόταν με το να πιστεύει σ’ ένα θολό εθνοκεντρικό όραμα. Ενώ τον Καρυωτάκη τον συνέτριβε η ελληνική φύσις με τις λερές «Πρέβεζες». Ο Καρυωτάκης μας έβαλε τον καθρέφτη κατάμουτρα χωρίς παραμορφωτικούς φακούς. Γι’ αυτό και είναι ο ποιητής που απωθούμε, αλλά ριζωμένος καθώς είναι στο συλλογικό μας υποσυνείδητο, όσο τον απωθούμε τόσο επανέρχεται πιο απειλητικός και αποκαλυπτικός.

Όσοι έχουμε το μάτι μας υγρό και μέσα μας τον Άδη, θα γοητευόμαστε πάντα από την ποίηση του Καρυωτάκη, του Μεγάλου Ειρωνικού. Ο ποιητής που είδε τη ζωή σαν αξημέρωτη νύχτα και χάιδεψε τα σκοτάδια της ψυχής του θα είναι διαχρονικά παρών σε κάθε εθνική και ατομική ύφεση. Και για τον κόσμο του σήμερα, που πορεύεται χωρίς πίστη κι αγάπη, χωρίς έρμα και χρυσή πανοπλία, λάφυρο του ανέμου, ο Καρυωτάκης είναι ποιητής σημαδιακός.

 Η ελπίδα και η νεότης παραμένουν έννοιες αφηρημένες. Και το ερώτημα τόσα χρόνια μετά παραμένει το ίδιο:

 «Θα βρούμε τουλάχιστον το βυθό της αβύσσου;»