Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Κάτι ξεχασμένα του καλοκαιριού

Βρέθηκε αναπάντεχα σήμερα το απόγευμα ψάχνοντας για κάτι άλλο. Είναι οι λίγες γραμμές της Αστυπάλαιας. Ετεροχρονισμένο μεν, χρήσιμο δε, μέρες που έρχονται και τα μάτια με το κορμί μας αρνούνται να συνηθίσουν την ιδέα ότι κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Να τι σκαρώναμε στην καρδιά του καλοκαιριού:


Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011
Αστυπάλαια. Πέρα Γιαλός. Συνθλιμμένο απομεσήμερο με ξεκούραστα μάτια. Καθόμαστε στο Ντάπια με το wi-fi και συντάσσουμε την ασυνταξία του θέρους λίγο πριν τη μεσημεριανή βουτιά. Με σβηστές μηχανές βρίσκομαι στην πεταλούδα του Αιγαίου που χτυπιέται από τέσσερα πέλαγα.
Χθες που πήγαμε για μπάνιο στις Πλάκες μύρισα τα θυμάρια αυτού του άχτιστου τόπου με θρησκευτική κατάνυξη. Οι παραλίες του νησιού είναι δωδεκανησιακές, δηλαδή τίποτα το ιδιαίτερο μορφολογικά αλλά με καταγάλανα δροσερά και κρυστάλλινα νερά να τα πιεις. Η πανέμορφη χώρα, σε κρίση ταυτότητας, ταλαντεύεται ανάμεσα στις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα με σαφή προτίμηση στις Κυκλάδες.
Το πιο ζωηρό πλάσμα του νησιού είναι οι γάτες. Σε κοιτούν με μάτια πληθωρικά από τον τρόμο της λαγνείας. Οι νύχτες γλιστρούν μέσα από τα χέρια μας σαν τον υδράργυρο. Δεν υπάρχει επιθετική απελπισία στους λίγους επισκέπτες του νησιού. Το τοπίο τις νύχτες κάτω από το μισοφέγγαρο και το φωτισμένο κάστρο του 1207 έχει μεταφυσική αγριότητα και αγιότητα και ξέρει να σου επιβάλλεται αν δεν είσαι λευκός εισβολέας.
Κοιτώντας τους μεγάλους γυμνούς όγκους στις πλαγιές σκέφτομαι πως  κάπως έτσι πρέπει να ήταν και τα άλλα αγαπημένα κυκλαδονήσια πριν την επέλαση των βαρβάρων.
Θέλω να γράψω καλοκαιρινά. Τα κείμενα να διαβάζονται σαν να πίνεις μοχίτο με καλοαλεσμένη τη ζάχαρη στο λάιμ και το δυόσμο.
Είναι ωραίο που εδώ δεν έχεις προσδοκίες επιβητορικές. Είναι μονόδρομος  να αφεθείς στον αέρα του νησιού. Δεν έχει κυνήγια αυτός ο τόπος. Ασφαιρος και μόνος δεν περιμένω τίποτα. Θέλω μόνο να εξαντλήσω τη χειμωνιάτικη βενζίνη που κρατάει ακόμη το ντεπόζιτο της ψυχής μου. Αφειδώλευτα θα σκορπίσω απλανή βλέμματα.


Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011
Ο Ιούλιος γέρνει προς τη δύση του και εγώ βρίσκομαι με την "παρέα της Μυκόνου" στην Αστυπάλαια. Τα νερά της έχουν πάρει από πάνω μου ό, τι ψυχοσωματικό συσσώρευσε ο δύσκολος χειμώνας του 2011. Το τριήμερο που έφυγε ήταν μια ξενάγηση στις αισθήσεις. Η πιο ωραία παραλία του νησιού είναι τα Καμινάκια. Ένας κακοτράχαλος δρόμος για 4 επί 4 σε βγάζει στη βοτσαλωτή παραλία που το φασκόμηλο έχει ποτίσει τον αέρα και τα νερά. Κάθε βουτιά ένα εκρηκτικό μεθύσι. Ένας υπέροχος βράχος αριστερά κατηφορίζει μέχρι που συναντά το πέλαγος. Πίσω μας μια στάνη με κατσικάκια που βελάζουν σκηνογραφεί ηθογραφία παπαδιαμαντική. Στο τραπεζάκι της «Λίντας» μας περιμένει θυμάρι, ρίγανη, φασκόμηλο και άλλα μυρωδικά των γύρω βράχων. Η οικογένεια της ιδιοκτήτριας, σαν κουβανέζικη,  όλη παρούσα σερβίρει άγαρμπα αλλά με ειλικρίνεια ό, τι βγάζει η στάνη, ο κήπος και το καϊκι της. Η σκορπίνα από το καϊκι του κυρίου Τάσου είναι γευστική πανδαισία.
Σκέφτομαι ότι σε τέτοια μέρη πρέπει να καταργηθεί η ομιλία και να επιβληθεί ο νόμος της σιωπής. Στο γυρισμό, το μάτι δεν χορταίνει να βλέπει την κόκκινη ενδοχώρα να αλλάζει χρώματα καθώς οι σκιές απλώνονται στις απέραντες εκτάσεις κενού. Το τζιπ αγκομαχάει, είμαστε 6, η μια στο πορτ μπαγκάζ, δεν χρειαζόμαστε μουσική ούτε ήχους. Το τοπίο σεληνιακό, σου δίνει την αίσθηση ότι έχεις προσγειωθεί σε άλλο πλανήτη.
Οι νύχτες είναι μονότονα υπέροχες. Κάθε βράδυ μαζευόμαστε στη «Θέα». Ο Απόστολος Ρίζος είναι το απόλυτο σάουντρακ των διακοπών μας. Τέσσερα βράδια παίζει τα ατμοσφαιρικά κομμάτια του χωρίς μικρόφωνο, με ένα ξυλόφωνο και μια κιθάρα. Η απαλή γράδα της φωνής του γρατσουνάει λεπτές ίνες της ψυχής και σε καταβάλλει. Το τρίτο βράδυ έχουμε μάθει όλα τα τραγούδια, είμαστε γκρούπις, γινόμαστε μια παρέα, ανταλλάσσουμε τηλέφωνα, είναι κρίμα οι άνθρωποι που διασταυρώνονται τόσο όμορφα και σε τέτοια ατμόσφαιρα να χάνονται.
Προτελευταία νύχτα εχθές, οι άλλοι μείνανε για ξεκούραση, εγώ βγαίνω για χαλαρό ποτάκι στην πλατεία με τους μύλους, στο «Νότο», τον «Μύλο», στα χύμα καφενεδάκια με τις ξύλινες καρέκλες, αλλά καταλήγουμε πάλι στη «Θέα». Νωχελικότητα και βαριές κινήσεις αλλά με σίγουρες αναπνοές, οι πιτσιρικάδες κάνουν ποδήλατο, οι έφηβοι κάθονται ακουμπώντας την πλάτη στους μύλους με ένα παγωτό, μια μπύρα ή τίποτα, όμορφα μαυρισμένοι στα άσπρα τους και το άσπρο φόντο. Το κάστρο δεσπόζει φρουρός ακοίμητος.
Με τη Σάσα και τους μαθητές μου από το Λύκειο του Κερατσινίου που τους πέτυχα αναπάντεχα, καταλήγουμε στη «Θέα» κουβεντιάζοντας ανάλαφρα για το βλέμμα των 17 χρόνων και την ανεπίστρεπτα χαμένη αθωότητα. Ποτέ δεν θα συνηθίσω την ιδέα του χαμένου, όπως και το πρωινό ξύπνημα. Το κινητό χτύπησε πάλι αυτές τις μέρες σε λίγο γλυκύτερο τόνο. Λες να αλλάξει κάτι;
Αύριο γυρίζω στην Αθήνα. Αλλά θα προλάβω να δω την αυγή στο κατάστρωμα του «Πάρος». Πάλι λίγο ήτανε αλλά θα ξανάρθουμε! Πάντα λίγο είναι ρε γαμώτο! Δεν χορταίνεται η ομορφιά.

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011
Χθες το μεσημέρι γύρισα από την Αστυπάλαια στον Πειραιά. Πρόλαβα να δω την αυγή στο Αιγαίο, την Αμοργό μολυβένια, τη Δονούσα σαν αραιωμένο ούζο, τα απόνερα του Μπλού Στάρ Πάρος σε τέλειους σχηματισμούς. Τα κορίτσια της παρέας έμειναν δυο μέρες ακόμα, εμείς αρνούμαστε να μείνουμε λιγότερο από μια εβδομάδα, γι' αυτό γυρίσαμε. Του χρόνου θα κάτσω ένα μήνα.