Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Πορτρέτο ενός μοναχικού αναρχικού, εξόριστου από πάντα

Χθες βράδυ, ανοίγοντας την τηλεόραση για ειδήσεις, έπεσα τυχαία πάνω σ’ ένα ντοκιμαντέρ με θέμα τον αγαπημένο μου Έλληνα σκηνοθέτη. Τον Νίκο Παπατάκη.

Μου έχει συμβεί τρεις φορές να ερωτευτώ κάτι γεροντικό. Τις δυο προηγούμενες φορές ήταν δια ζώσης, όταν κατά τη διάρκεια κάποιων συνεντεύξεων για το Έψιλον, αισθάνθηκα να ερωτεύομαι τα υγρά τρεμουλιαστά γκριζοπράσινα μάτια της Έλλης Παππά και την κελαρυστή φωνή της Εύας Κοταμανίδου. Ήμουν και στον χώρο τους, αισθάνθηκα να παραδίνομαι και για πρώτη φορά συνειδητοποίησα τόσο έντονα ότι ενδέχεται ο χρόνος να μην κατορθώσει να λεηλατήσει όλα τα τιμαλφή σου. Πίσω από ραγάδες, ρυτίδες και λαβωματιές μπορεί να υπάρξει και κάτι αναλλοίωτο, το πολύτιμο εκείνο μέταλλο που συνδέεται με το «είναι» σου. Χθες σκέφτηκα πάλι κάτι για το οποίο δεν χρειάζεται να σιγουρευτώ. Μονάχα σε δυο πράγματα μπορώ να παραδοθώ αφοπλισμένος. Στο βλέμμα και τη φωνή.

Χθες από τηλοψίας ερωτεύτηκα το σταθερό και σίγουρο βλέμμα του Παπατάκη και ένιωσα περήφανος που μ’ αρέσουν υπερβολικά οι ταινίες ενός ανθρώπου με τέτοια μάτια και ματιά. Τον έβλεπα για πρώτη φορά να μιλά και να κινείται και θαύμασα την αρρενωπή εφηβεία των 90 χρόνων του και το γερό του κόκκαλο. Σκέφτηκα μελαγχολικά πόσα ταξίδια, πόσοι άνθρωποι, πόσες εικόνες, πόσες ήττες, πόσες διαψεύσεις χρειάζονται για να σμιλευτεί αυτό το κοίταγμα. Σαν τον τοίχο στο Booze Cooperativa που με τον καιρό εξελίσσεται σε έργο τέχνης του αόρατου δημιουργού κυρίου Χρόνου.

Ήξερα καλά τις ταινίες του, οι Βοσκοί της συμφοράς (Patres du desordre) παραμένουν από τα πιο όμορφα πράγματα που έχει κάνει ποτέ Έλληνας σκηνοθέτης, αλλά χθες γνώρισα και τη ζωή του. Δεν έχω διαβάσει την αυτοβιογραφία του, «Όλοι οι δρόμοι προς την απόγνωση», αλλά μάλλον θα είναι η επόμενη αγορά βιβλίου που θα κάνω.

Έλληνας της διασποράς, γεννήθηκε πριν 90 χρόνια στην Αιθιοπία από πατέρα Έλληνα και μητέρα Αβησσυνή. Στα 14 έφυγε από το σχολείο και βρήκε καταφύγιο σε μια πόρνη. Όταν τον βρήκαν οι γονείς του, ο πατέρας του τον αλυσόδεσε 15 μέρες και ύστερα τον έστειλε εξορία στη Βηρυττό. Την περίοδο της νιότης του οι Ιταλοί αποικιοκράτες τον απέλασαν από την Αιθιοπία. Ήρθε το 1936 στη θλιβερή μεσοπολεμική Αθήνα του Μεταξά και δούλεψε δυο χρόνια σε ξενοδοχείο. Στο Παρίσι πέρασε τα χρόνια της Κατοχής και εκεί ζει μέχρι σήμερα. Μετά τον πόλεμο έγινε ιδιοκτήτης του περίφημου καμπαρέ «La Rose Rouge» στο οποίο εμφανίστηκαν ο Μαρσώ, ο Φερρέ, η Γκρεκό, ο Κενώ, ο Πρεβέρ, ο Κοκτώ. Αδερφικός φίλος του Ζαν Ζενέ, του Σαρτρ, της Μποβουάρ και όλης της αβανγκαρντίας του Saint Germain του ’50, αναγκάστηκε να φύγει από τη Γαλλία όταν στον πόλεμο της Αλγερίας βοηθούσε την «τρομοκρατική» F.N.L. Βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, γνώρισε τον Κασσαβέτης, τον ερωτεύτηκε παράφορα η Γερμανίδα τραγουδίστρια Niko που συνεργαζόταν με τους Velvet Underground και όταν πια γύρισε στην Ελλάδα το 1966 γύρισε τους «Βοσκούς» μια μοναχική ταινία στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, τον μακρινό και ξεχασμένο πρόγονο του «Κυνόδοντα» (ο «Κυνόδοντας» μου θύμισε τους «Βοσκούς», τους είδα πάλι πρόσφατα και το τσίμπημα που ένιωσα ήταν ίδιο όπως την πρώτη φορά, πράγμα σπάνιο με τα έργα τέχνης και όχι μόνο).

Στο ντοκιμαντέρ που πρόβαλε η ΕΡΤ, στην εξαίσια νυχτερινή ζώνη του Doc on air, και το οποίο επιμελήθηκαν ο Τίμων Κουλμάσης και η Ηρώ Σιαφλιάκη, ο γοητευτικός αυτός κύριος δίνει θαυμάσια απρόσμενες απαντήσεις. Μιλώντας για την αισθητική του κινηματογράφου που υποστηρίζει, παρουσιάζει τις ταινίες του ως όπλα ανατροπής και εξέγερσης. Αυτό που τον απασχολούσε πάντα ήταν η αναζήτηση της προσωπικής έκφρασης που να μη μοιάζει με άλλη και να μην εμπνέεται από άλλη. «Βάζω μια κραυγή εξέγερσης με τις ταινίες μου», θα πει κάπου. Κι όμως αυτή η κραυγή δεν είναι η προφανής, δεν υπάρχει ρεαλισμός στις ταινίες του, ούτε αριστερά επαναστατικά ταμπούρλα. Υπάρχει η αισθητική που σπάει σε κομμάτια την αφήγηση, η αισθητική της αλληγορίας, της ελλειπτικότητας πολύ μακριά από τις βαρετές αφηγήσεις του ρεαλισμού. Καμία σχέση με Ελλάδα δηλαδή.

Σταχυολογώ ωραία κομμάτια της συνέντευξης: «Είμαι εξόριστος από πάντα. Δεν μπορώ να ανήκω πουθενά. Έχω μια καχυποψία με τις ιδεολογίες. Κύριο θέμα στις ταινίες μου είναι η ταπείνωση και η εξέγερση. Όμως η εξέγερση στις ταινίες μου πρέπει να αποτύχει. Αλλιώς δεν θα είχε νόημα να κάνω ταινία. Ίσως η απόγνωση είναι πιο αναγκαία από την ελπίδα!

Τι είναι εξορία για σας; Να είμαι ξεκομμένος απ’ όλα. Είμαι εξόριστος από πάντα. Ο αγώνας μου ήταν πάντα μοναχικός»


Κάπως έτσι ξελασπώσαμε  από ένα αδιάφορο βράδυ Δευτέρας.