Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Είμαστε οι συνθήκες. Ωριμάσαμε!



Το τι συνέβη στην Αθήνα πριν ακριβώς δυο χρόνια δεν το έχουμε ακόμη κατανοήσει. Ο χρόνος θα το ξεδιαλύνει κι αυτό. Ο ακατανόητος Δεκέμβρης παραμένει ένα γοητευτικό αίνιγμα για όλους τους κλάδους του επιστητού. Η Ιστορία, μετά την απότομη στραβοτιμονιά του Δεκέμβρη δείχνει να έχει χάσει τον εγελιανό της τσαμπουκά. Μια από τις πρώτες καταγραφές του Δεκέμβρη ήταν η κατάρρευση του πολιτικού παραδείγματος της Μεταπολίτευσης, τόσο συμμετοχικά όσο και ιδεολογικά. Και τώρα πια συμφωνούμε όλοι ότι παρακολουθούμε τους τίτλους του τέλους ενός μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης που έχει ξοφλήσει εδώ και χρόνια.

Ειπώθηκε επικριτικά ότι ο Δεκέμβρης δεν διατύπωσε αιτήματα. Έτσι είναι, αν προσπαθήσουμε να τον ερμηνεύσουμε μέσα στο πολιτικό πλαίσιο που μας είναι οικείο, το πλαίσιο της Μεταπολίτευσης. Ο Δεκέμβρης όμως διατύπωσε ένα αίτημα υπαρξιακό: «Είμαστε κι εμείς εδώ. Μην μας ξεχνάτε. Θέλουμε να γίνει…κάτι». Κι αν δεν κατόρθωσε να προσπορίσει ένα νέο αφήγημα, ωστόσο, ως αναγκαιότητα που υπήρξε, εξέφρασε ένα αισθητικό αίτημα συναφές με την ιδέα του Φουκώ για την επανάσταση. Την επανάσταση όχι ως πολιτικό σχέδιο, αλλά ως ύφος, ως αυτοπροσδιορισμό του ατόμου, ως αναζήτηση ταυτότητας, ως τρόπο ύπαρξης, ως ιδιαίτερη μορφή σχέσης με τον εαυτό μας και τον άλλο. Η επανάσταση χωρίς πολιτική φιλοδοξία, απλώς και μόνον ως αισθητική πρόταση που αρνείται τη μιζέρια, τον μικροαστισμό και τη μοιρολατρία.

Επιπλέον, ο Δεκέμβρης συμπύκνωσε πάμπολλες κινήσεις μικρής κλίμακας που ήταν μικρά συμβάντα αισιοδοξίας στο γκρίζο κοινωνικό κάδρο. Εξέφρασε και εκφράστηκε από τους πρωταγωνιστές του. Με δράσεις, χάπενινγκς, σιωπηρές διαμαρτυρίες, μουσικές, καταλήψεις στη Λυρική, σε στούντιο και κτίρια, συναυλίες, μεταμφιέσεις, ακτιβιστικές ενέργειες, χορούς στην Ακαδημίας, λουλούδια, στένσιλ, συνθήματα, επανοικειοποιήσεις ελεύθερων χώρων και πλήθος άλλων «καταστασιακών» δράσεων. Αν η εξέγερση μπορεί να οριστεί ως ένα παρατεταμένο «δεν θέλω να γυρίσω στο σπίτι μου», ο Δεκέμβρης εκφράζοντας μια υπαρκτή κοινωνική κινητικότητα, έδωσε οξυγόνο σε αυτούς που το αναζητούσαν. Βεβαίωσε πως ό, τι ριζοσπαστικό και ανατρεπτικό μπορεί να προκύψει σήμερα, θα είναι ταυτόχρονα αισθητική πρόταση.

Περιείχε ενσταντανέ από το μέλλον. Στους αθηναϊκούς δρόμους και όχι μόνο, ακούστηκε η βοή των γεγονότων που έρχονταν ορμητικά. Ο Δεκέμβρης, τώρα πια είναι εμφανές, σηματοδότησε για τον Έλληνα την έναρξη της βίωσης της κρίσης που ζούμε σήμερα. Υπήρξε μια υπενθύμιση ότι η Ιστορία τρέφεται με αίμα, ότι και τα υποκείμενα της Ιστορίας χρειάζεται να αφουγκραστούν ένα θύμα. Ο θάνατος εντυπώθηκε στο κοινωνικό σώμα ως πολιτισμικό γεγονός. Η αντιμετώπισή του ως συγκυριακό συμβάν έχει τόση σχέση με την αλήθεια όση η προσέγγιση ότι η αστυνομική βία υπήρξε μεμονωμένο περιστατικό.

Η πηχτή ανοησία εκείνων των ημερών συσκότισε το περιεχόμενό του. Το χάσμα γενεών επανήλθε κάθετο, οριζόντιο, δριμύτερο, βαθύτερο, ανυπέρβλητο. Αυτό το αποκαρδιωτικό, για όσους συμμετείχαν, ρεζουμέ των αναλύσεων: «δεν σας καταλαβαίνουμε», επιβεβαίωσε ό, τι κουβεντιάζουμε στις παρέες. Το πρόβλημα παραμένει η γενιά της Μεταπολίτευσης. Με όλο το σεβασμό στις ευγενείς εξαιρέσεις, δεν αντέχεται πια σε όποιο χώρο κι αν συναντιόμαστε.

Οπότε; Οπότε, προτού γίνει και για μας το μέλλον ρυτιδωμένη θάλασσα, ας ζητάμε να δοθεί έλλογη διέξοδος στο αριστερό πάθος και άφοβα χώρος στο καινούργιο. Αναμένουμε την έναρθρη οργή.