Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Αδύναμος για μαγεία



Έκλεισα τα φώτα και έβαλα την οπερέτα του Άστορ Πιατσόλα “Maria de Buenos Aires” να θερμάνει τους τοίχους του καινούργιου σπιτιού μου. Τον τελευταίο καιρό εδώ μέσα κάνω μια σπουδή στη σιγή. Περνούν ώρες πολλές που δουλεύω μπροστά στον υπολογιστή σιωπηλός. Τα δωμάτια είναι  πνιγμένα στη μουσική. Στην κρεβατοκάμαρα τώρα παίζει Κολτρέιν, Τσάρλς Μίνγκους, Ντιουκ Έλινγκτον. Στο γραφείο «το Κουστουμάκι» του The Boy και στο καθιστικό είπαμε, Πιατσόλα. Αργεντίνικη μελαγχολία στη γλώσσα που μίλησε ο Λόρκα και ο Μπόρχες, ο Κορτάσαρ και ο Θερβάντες. Ο Δον Κιχώτης ήταν ο ήρωας που με συγκινούσε αφάνταστα ως παιδί και ακόμα. Ο Λούκι Λούκ με γοήτευε πολύ, όπως και τα σπαγγέτι-γουέστερν. Τώρα βιώνω ένα είδος φιλικής μοναξιάς. Αφού δεν μπαίνει κάτι στη δική μου ζωή, είπα να εισβάλλω εγώ σ’ έναν κόσμο καινούργιο, απωθημένο πολλά χρόνια. Εδώ και πέντε μέρες μαθαίνω ισπανικά. Ανόητοι. Δεν λέγεται Λιόσα ο νομπελίστας, αλλά Γιόσα (Llosa).

Το τηλέφωνό μου χτυπάει σπάνια. Ούτως ή άλλως σπάνια το σηκώνω. Θα έδινα πολλά σε όποιον μπορούσε να καταλάβει τι μου συμβαίνει ακριβώς για να το πει και σε μένα. Εδώ και είκοσι μέρες που μετακόμισα, εγκαταλείποντας μια για πάντα το πατρικό σπίτι με το εφηβικό δωμάτιο που γέμιζε, γέμιζε, γέμιζε ώσπου έσκασε, κάτι με σπρώχνει σε έναν συναισθηματικό βούρκο. Πενθώ με γαλήνιο και αρχοντικό τρόπο όλα τα πράγματα και τα πρόσωπα που χάνω. Τι να τα κάνω τα 92 τετραγωνικά; Η μοναξιά αντέχεται στο εφηβικό δωμάτιο. Η μοναξιά των 92 τετραγωνικών είναι απύθμενη.

Χθες το βράδυ, γύρω στις 4 που αποφάσισα να κλείσω τα μάτια, έδωσα μια απελπισμένη μάχη με τη μύγα που χώθηκε στους τοίχους μου. Αδύναμος και χωρίς φακούς κρατώντας μια μαύρη κάλτσα προσπάθησα να τη διώξω αλλά τίποτα. Πρέπει να τη ζάλισα με κάνα δυο χτυπήματα γιατί οι πτήσεις της όσο περνούσε η νύχτα γίνονταν και πιο θεαματικά αργές, σαν να έκαναν αγώνες επίδειξης χειροκίνητα αεροπλανάκια. Αποκαμωμένος την άφησα στην τύχη της, υποθέτω κάπου θα κείται νεκρή σε κάποια γωνιά. Η μάνα μου σίγουρα θα την είχε συμμαζέψει.

Θυμάμαι πριν δυο χρόνια ονειρεύτηκα κάποια άγνωστη σε ένα όνειρο. Ήταν απόκοσμη, χαμογελαστή, πανέμορφη, μου πρόσφερε νερό ασταμάτητα. Όποιος λέει ότι η φράση «σ’ έχω δει στο όνειρό μου πριν σε συναντήσω» δεν υπάρχει, δεν είδε τίποτα και μάλλον τρώει βαριά φαγητά πριν πέσει για ύπνο. Έχω αισθανθεί την απόλυτη ευτυχία μέσα σ’ ένα βραδινό ενύπνιο. Ήταν το ωραιότερο όνειρο της ζωής μου. Τώρα, την καλώ με μαγικά να έρθει πάλι, αλλά κάπου αλλού θα ταξιδεύει, σε κάποιου άλλου το νυχτερινό χαλί θα πλαγιάζει. Κάποιος θα ξημερώσει με χαμόγελο στα χείλη αύριο.

Η ευτυχία όταν βιώνεται και συνειδητοποιείται καθίσταται ύβρις. Η ευτυχία δεν είναι κάτι που μπορούμε να το κερδίσουμε με την αξία μας. Ό, τι πετυχαίνουμε με το μόχθο και τις αρετές μας, στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να μας κάνει ευτυχισμένους. Πόσο βαρετή ευτυχία θα ήταν αυτή. Μόνο η μαγεία μπορεί να μας οδηγήσει στην ευτυχία. Ο Μπένγιαμιν είπε κάποτε ότι η μελαγχολία των παιδιών γεννιέται όχι από την αίσθηση ότι είναι αδύναμα απέναντι στους μεγάλους, αλλά από την επίγνωση ότι είναι αδύναμα για μαγεία. Μόνο ο μαγεμένος μπορεί να πει ότι ήρθε κοντά στην ευτυχία.

Να από τι πάσχω!

Στο βάθος του μυαλού μου επανέρχονται πάλι τα ιζήματα της καθημερινότητας: ο Παπανδρέου τα είπε σταράτα στον Ερντογάν, τα σπρέντ εκτοξεύτηκαν, πάλι πιθανή η χρεοκοπία, κάποιοι ποντάρουν στην πτώση μας, ευρωομόλογο, η πρώτη επιχειρησιακή σύμβαση στη ΝΕΟΓΑΛ Δράμας, το άλλο Σάββατο αντιρατσιστικό στον Άγιο Παντελεήμονα, οι Πυρήνες της Φωτιάς, κλειστό το μετρό και ο ηλεκτρικός, μειώσεις μισθών, έκρυθμη η κατάσταση στη Ακτή Ελεφαντοστού, ΑΕΚ-Κέρκυρα 0-0, Ιμπαγάσα, αύριο θα βρέξει. Και θα σας πνίξω.

Πόσα να αντέξει ένα μυαλό…

Το μόνο που με χαροποιεί τελικά είναι η βεβαιότητα ότι αυτές τις γραμμές, που μάλλον κανείς δεν θα μπει στον κόπο να τις σχολιάσει από κάτω (και όχι άδικα), θα προσφέρουν ένα γλυκόπικρο χαμόγελο σε εκείνους που έκαναν και κάνουν στάσεις στη ζωή μου. Και κάποιοι είναι ακόμη εκεί έξω. Και μεθαύριο θα πιούμε ξανά παρέα, αβάσταχτα ζαλιστικά Jameson. Και θα μου ερεθίσουν τη σκέψη ώστε τα στόματά μας θα βγάλουν άνθη, και προφορικά και με τα βλέμματα, θα πούμε πάλι όσα ποτέ δεν θα μπορέσει να κρύψει μέσα της η άδολη γραφή μας.

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Εν μέσω εγκεφαλικών νεφών


Γύρισα απόψε στη βροχερή Αθήνα/έκανα αμέσως ένα μπάνιο, να αποβάλλω τη μυρωδιά της υπαίθρου/το πρωί η γιαγιά έφτιαχνε τηγανίτες/άσε που τρεις μέρες κοίταγα κατάματα τη φωτιά στο τζάκι/έριχνα ξύλα ξαπλωμένος στη θέση του παππού/οπότε καταλαβαίνεις τι άρωμα πότισε ρούχα και κορμί/μιλούσα ακατάληπτα με την Ευγενία, τη μικρή ανιψιά μου 4 ετών/που ήθελε να μου σπάσει το κεφάλι με ένα πλαστικό μπουκάλι. Δύσκολη η επικοινωνία με την Ευγενία…Κατέβασα μεγάλες ποσότητες τσίπουρο/στο καφενείο οι Αθηναίοι κάναμε σαματά/τα γερόντια στα διπλανά τραπέζια μας κοιτούσαν αμίλητα/σαν να έβλεπαν τηλεόραση κοιτούσαν τα εκφραστικά μας στόματα/τρομαγμένοι μου φάνηκαν/ήθελα να τους βάλω στην παρέα/ήθελα να τραβηχτώ και να μου μιλήσουν για τη μοναξιά τους/μπας και γιατρέψω μια στάλα τη δική μου/αλλά η παρέα είχε ρέντα/δεν ξέρω γιατί αλλά δεν με αφήσαν σε χλωρό κλαρί/σαν να θέλαν να τους αφηγηθώ όλη την ιστορία του κόσμου, της ζωής μου, της Ελλάδας/σε ένα μόνο βράδυ. Με κάθε καινούργιο ποτήρι ερχόταν και μια καινούργια ιδέα/για την ανάπτυξη στο απομακρυσμένο χωριό μας/σε κάθε θολή ματιά τριγύρω ξεσπούσε μια καταιγίδα από σκέψεις/ένα τραγούδι των Portishead κλωθογύριζε στο μυαλό μου/στα κενά διαστήματα της σιωπής μου/έξω το σκηνικό σκληρό/τα δέντρα γυμνά/μόνο στο χωριό καταλαβαίνεις τις αλλαγές των εποχών/σύννεφα χαμηλά/η καμπάνα χτύπησε πένθιμα την Πρωτοχρονιά στο απέναντι χωριό/μπαμ μπουμ οι κυνηγοί/το τελευταίο κοτσύφι αυτοκτόνησε στον Αχέροντα/ελαφρώς λάσπη παντού/αν και δεν έβρεχε/καθαρός κρύος αέρας/δέκα γάτες στην αυλή μονίμως πεινασμένες/ήθελα να διαβάσω για το διδακτορικό/αλλά έπιασα το Παρίσι Blues του Μωρίς Αττιά και βυθίστηκα μέσα στις περιπέτειες του επιθεωρητή Πάκο ντε Μούρθια/εκεί/στο σκοτεινό χωριό μου/στις όχθες του Αχέροντα/στις εκβολές του κόσμου. Και τώρα/πιεσμένος από παντού/χαρτιά και βιβλία φορτωμένο το γραφείο μου/ατέλειωτες εκκρεμότητες/μια ζωή τελευταία σε γενική εκκρεμότητα/άνθρωποι που περιμένουν να τους μιλήσω/άνθρωποι που περιμένω να μου μιλήσουν/κι εν μέσω εγκεφαλικών νεφών/ιδού το κείμενο που έβγαλαν απνευστί τα χέρια μου/ένας λελογισμένος παραλογισμός/είκοσι λεπτά απόδρασης από σημειώσεις και υποσημειώσεις/από παραπομπές και ερωτήσεις/από κριτικές δοκιμές και απόπειρες να εξηγήσω/την ώρα που όλα δείχνουν ότι δεν θα πάρουμε ποτέ τις απαντήσεις που ζητάμε στα πιο εναγώνια ερωτήματά μας.

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Ο μπαμπούλας και τα κακά παιδιά της No Future Generation




Τώρα που ο πλανήτης χορεύει στο ρυθμό παγκόσμιων τεκτονικών αλλαγών και καθώς παίζονται οι καθυστερήσεις ενός εξόφθαλμα στημένου παιχνιδιού και κορυφώνεται η αγωνία για την επόμενη μέρα, που δεν θα είναι απλή μέρα αλλά νέα εποχή, φαίνεται να εγγράφεται στο συλλογικό φαντασιακό ένα νέο αφήγημα: το παραμύθι με τον μπαμπούλα και τα κακά παιδιά!

Ο Ζίζεκ το είπε καίρια τις προάλλες στην Αθήνα δίνοντας στίγμα: «Ζούμε σε μια μετα-πολιτική εποχή μετατροπής της οικονομίας σε δεύτερη Φύση». Η  νέα εποχή εγκαινιάζεται με δυσεπίλυτα αινίγματα. Με το πολιτικό σύστημα εξουδετερωμένο, τις κομπιναδόρικες αγορές ασύδοτες, κυρίαρχες, ηγεμονικές και με το πεδίο εξουσίας τους αποφασιστικά διευρυμένο σε σημείο ουσιαστικής κατάργησης της δημοκρατικής αρχής. Οι πυλώνες νομιμοποίησης του συστήματος τρίζουν. Είναι πρωτοφανές στα κοινοβουλευτικά χρονικά της χώρας να υπάρχουν 13 ανεξάρτητοι βουλευτές μόλις ένα χρόνο μετά τις εκλογές, ενώ έπεται και συνέχεια. Το σύστημα κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης των τελευταίων 35 χρόνων έχει καταρρεύσει. Το πολιτικό παράδειγμα συμμετοχής της Μεταπολίτευσης έχει ξεπεράσει τα χρονικά όρια του, μη μπορώντας να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες. Το πολιτικό σύστημα διέρχεται οξύτατη κρίση νομιμοποίησης. Κανείς δεν εκπροσωπεί κανέναν. Ούτε πολιτική ούτε κοινωνική εκπροσώπηση υπάρχει. Οι τραγελαφικές ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, ΠΑΜΕ στα μάτια όλων των νέων και πολλών εκ των μεγαλυτέρων που δεν έχουν χάσει εντελώς την αισθητική τους, προκαλούν μόνο οργισμένη αποφορά. Η τραγωδία είναι ότι τώρα, σε συνθήκες απονομιμοποίησης, προκαθορίζεται de facto το μέλλον δυο-τριών γενεών, που μάλλον πολιτογραφούνται στη δημόσια σφαίρα ως no future generations και των οποίων, ατυχώς, μέλη είμαστε τουλάχιστον όσοι δεν φτάσαμε ακόμη τα 30.

Η μεγαλύτερη τρομοκρατία των ημερών, η γκεμπελική προπαγάνδα των δελτίων ειδήσεων, διασπείρει την εικόνα ότι είμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, ενώ ολοένα και περισσότερο γίνεται αντιληπτό ότι βρισκόμαστε σε κατάσταση μετάβασης από ένα ηπιότερο σε ένα αγριότερο και προς το παρόν ανώνυμο στη διεθνή βιβλιογραφία μοντέλο καπιταλιστικής συσσώρευσης. Τα μέτρα λαμβάνονται δήθεν κατ’ εξαίρεση και υπό πίεση κι έτσι εμπεδώνονται στη συνείδηση μιας μερίδας του κόσμου ως αναγκαία, καθώς άλλωστε αξιώνει και η (φιλο)κυβερνητική ρητορεία (υστερία) των δελτίων των «8».

Ο πρώτος ήρωας το παραμυθιού είναι ο πολυπρόσωπος μπαμπούλας. «Δεν είναι η ιδεολογία μας αυτή, αλλά το κάνουμε για να σώσουμε τη χώρα» είναι η συνήθης επιχειρηματολογία των απολογητών της σκληρής πολιτικής που ακολουθείται. «Είναι άδικα αλλά αναγκαία» λέει το άλλο γνωστό κλισέ. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι πρόκειται για λόγο που καταργεί εν τοις πράγμασι τη δημοκρατία και την πολιτική, πρόκειται για απόλυτο βιασμό της γλώσσας, χορταστικότατη ειρωνεία και εμπαιγμό της μέσης συνείδησης. Ο μπαμπούλας είναι ο μπαμπούλας της πτώχευσης, της χρεοκοπίας, της παύσης πληρωμών, της απώλειας των καταθέσεων, των περιουσιών κ.ο.κ και επισείεται ως μοχλός θεσμοποίησης του τρόμου. Ας σκεφτούμε σε τι διαφέρει το σημερινό σκηνικό και η φρασεολογία από τις παραμονές των πραξικοπημάτων που έχει ζήσει η πρόσφατη ελληνική Ιστορία. Τότε που ξαφνικά έρχεται ένας «γιατρός», τότε ήταν η Χούντα, σήμερα το ΔΝΤ, να βάλει τη χώρα στο γύψο. Για να παρθούν τα μέτρα που θα ήταν αδύνατο να παρθούν υπό άλλες συνθήκες, από ένα αποσαθρωμένο και κοινωνικά αποξενωμένο ΠΑΣΟΚ. Ο μπαμπούλας του μνημονίου λειτουργεί και ως φόβητρο για την κοινωνική πειθάρχηση, μα κυρίως για τον περιορισμό της εσωκομματικής ανησυχίας. Πρόκειται για ένα όπλο στρατηγικής μιας πολιτικής εξουσίας ανήμπορης να παράγει πολιτική, ικανής μόνο να θέτει περιορισμούς. Εξού και η έξαρση της αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας, αυτό το όργιο καταστολής που δεν έχει προηγούμενο τα τελευταία 20 χρόνια. Η ατμόσφαιρα της ελληνικής κοινωνίας εκτός από νοσηρή είναι και πολεμική. Το σύστημα, για να θυμηθούμε και τον Αλτουσέρ, χρησιμοποιεί σε ένταση όλους τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του. Η καταστολή είναι το ύστατο καταφύγιο μιας εξουσίας ανελαστικής και φοβικής που τρέμει και τη σκιά της και αγωνίζεται να διασώσει το σαρκίο της. Μια κατ’ ουσίαν αμυντική πολιτική στάση στο κοινωνικό πεδίο από μια εξουσία που ζητεί με ρητορεία τη συναίνεση, ενώ καταφεύγει στη βία και εξαλείφει και τις τελευταίες προϋποθέσεις κοινωνικής ειρήνης.

Ο άλλος ήρωας του παραμυθιού είναι οι νεότερες γενιές, η γενιά μου. Υπήρξε μια βιασύνη στον χαρακτηρισμό της ως «γενιά των 700 ευρώ». Γρήγορα έγινε των 600 και σε δυο χρόνια των 500, αλλά σήμερα δεν είναι τα ευρώ το μείζον όσο ο νοσηρός αέρας που αναπνέουμε στη χώρα και ειδικά στην πρωτεύουσα. Είπαμε: No future generation. Τα κακά παιδιά αυτής της γενιάς, κάνουν διδακτορικά και αγωνίζονται να απεγκλωβιστούν από το οικογενειακό σπίτι. Παίρνουν συμβολικούς μισθούς, φτιάχνουν blog, βλέπουν νέο ελληνικό κινηματογράφο, ακούνε indie και ηλεκτρονική μουσική, συχνάζουν στα Εξάρχεια και την Καρύτση, καπνίζουν στριφτό, τρώνε λίγο και πίνουν πολύ. Κατεβαίνουν ασύντακτα στις πορείες, κινούνται μεταξύ ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΣΥΡΙΖΑ και αντιεξουσιαστικού χώρου, διαβάζουν και κρέμονται από τα χείλη του Ζίζεκ και του Μπαντιού. Είναι απείθαρχα σώματα, τη στιγμή που η κοινωνική προσδοκία τους θέλει πειθήνια πνεύματα. Και κυρίως έχουν στο νου τους την απόδραση στο εξωτερικό. Μια από τις πιο ύπουλες κοινωνικές συνέπειες της κρίσης.

Γιατί είναι φανερό πως οι κοινωνικές συνέπειες της κρίσης δεν έχουν εμφανιστεί. Έχει πολύ αίμα ακόμα ο δρόμος. Οι γρατζουνιές του Χατζηδάκη είναι απλώς ένα πρελούδιο. Τα όργανα κουρδίζονται, η Φούγκα θα ακολουθήσει, καθώς η κοινωνία κάτω από τον ζυγό του Μνημονίου θα είναι μια άλλη κοινωνία από αυτή που είχε συνηθίσει να έχει απέναντί του το πολιτικό κατεστημένο: ισοπεδωμένη, κατακερματισμένη, αναστατωμένη. Το κοινωνικό κράτος μας τελείωσε. Τα σαρκοβόρα όρνεα των αγορών πλιατσικολογούν πάνω στα πτώματα που αφήνει πίσω του ο οδοστρωτήρας της νέας ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων. Κι όποιος αναρωτιέται γιατί δεν ξεσπά η εξέγερση, ας μην ξεχνά ότι ποτέ ιστορικά δεν υπήρξε απόλυτος χρονικός αυτοματισμός και συγχρονισμός μεταξύ των κρίσεων και των κοινωνικών αντιδράσεων. Χώρια που η ίδια η Ιστορία επιφυλάσσει πάντα εκπλήξεις.

Κι αν η επιστήμη δυσκολεύεται να ερμηνεύσει τα επιφαινόμενα και τα παρεπόμενα της κρίσης (ο Ηλίας Νικολακόπουλος τις προάλλες κλείνοντας την ομιλία του στην εκδήλωση των ΑΣΚΙ δήλωσε αδύναμος), ο νέος ελληνικός κινηματογράφος, που γνωρίζει μια πρωτοφανή άνθιση, απλώνει το βλέμμα του στα νέα πεδία συγκρούσεων ψηλαφώντας τα νέα δεδομένα. Δείτε το Attenberg, τον Κυνόδοντα και τη Χώρα Προέλευσης και θα καταλάβετε τι υλικό σιγοβράζει. Η Τέχνη συλλάμβανε πάντα πρώτη το άρρητο και το ανέκφραστο. Ο μετασχηματισμός των ανθρώπινων σχέσεων και η μετατροπή του πολιτιστικού προτύπου είναι κάτι που το συζητάμε αλλά μάλλον έχει έρθει η ώρα να ζήσει η κοινωνία τις συνέπειες του. Είναι νομίζω το κρίσιμο πεδίο από το οποίο θα κριθεί το θετικό ή αρνητικό πρόσημο του αύριο. Μιας και σήμερα όλα φαντάζουν θολά και άδηλα. Την ελπίδα την έδωσε ο Ζίζεκ προχτές. Τουλάχιστον, είπε, θα λέμε ότι ζήσαμε σε κακούς, δύσκολους αλλά ενδιαφέροντες καιρούς.

Η Ιστορία είπαμε κρύβει εκπλήξεις. Υπάρχουν δυνάμεις που ψηλαφούν το καινούργιο, που διαμορφώνουν νέα βλέμματα. Είναι οι μοναχικές ομάδες των ανένταχτων, ο ΣΥΡΙΖΑ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τα νέα συνδικάτα, τα πρωτοβάθμια σωματεία, τα κοινωνικά κινήματα, οι διαφωνούντες, όσοι απαγκιστρώνονται από το ΠΑΣΟΚ, οι στρατιές των νέων φοιτητών, εργαζόμενων και ανέργων. Το ζητούμενο είναι να γίνουν οι κατάλληλες ζυμώσεις και να βρεθεί κοινός βηματισμός. Προς το παρόν, ας είμαστε σε εγρήγορση, να δυναμώνουμε τις αντιστάσεις και να πιέζουμε τους όποιους φορείς να μετατρέψουν τη διαμαρτυρία σε θετική πρόταση. Αν μπορούμε να διακρίνουμε στο θολωμένο ιστορικό ορίζοντα μια ευνοϊκή προοπτική, ένα οιωνεί «τέλος», αυτό σίγουρα θα έχει ελευθεριακό χαρακτήρα και θα σχετίζεται με την πραγμάτωση αριστερών ονείρων.

Το ζήτημα της συμμετοχής παραμένει κρίσιμο. Οι όποιες αλλαγές πρέπει να γίνουν μέσα από διαδικασίες συμμετοχής καινούργιες και αρμόζουσες στις νέες απαιτήσεις. Χρειάζεται να εφεύρουμε θεσμούς συμμετοχής και ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για την αριστερή επινοητικότητα. Η Αριστερά πάσχει από το σύνδρομο του κακού δασκάλου που περιμένει χαιρέκακα να κοκκινίσει με το στυλό του κόλλες. Ας φανταστούμε ένα άλλο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης, νέες μορφές δράσης, απόφασης, διακυβέρνησης. Η Αριστερά δεν βρίσκεται στον κόσμο για να επιβεβαιώσει ιερές γραφές. Η φορμαλιστική θεσμομανία της Δημοκρατικής Αριστεράς, η ρητορεία περί επανίδρυσης του κράτους του Καραμανλή με την, ακόμα την περιμένουμε, μεταρρύθμιση στη Δημόσια Διοίκηση και η «συμμετοχική δημοκρατία» της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης δεν είναι οι απαντήσεις που αναζητούμε.

Ο Βαγγέλης Μουρίκης στο εξαίσιο Attenberg της Αθηνάς Τσαγγάρη που παίζεται στα σινεμά της πόλης, ετοιμοθάνατος από την κακιά αρρώστια του σύγχρονου πολιτισμού απευθύνεται ως παιδί του ύστερου διαφωτισμού στην ανώριμη και μισάνθρωπη κόρη του, παιδί της μεταμοντέρνας σύγχυσης: «Λυπάμαι που σ’ αφήνω στο νέο αιώνα χωρίς να σ’ έχω μάθει τίποτα….Φτιάξαμε έναν άθλιο πολιτισμό και νομίσαμε ότι κάναμε επανάσταση». Αυτή είναι η μοίρα μιας προβληματικής χώρας που πέρασε απότομα από τις στάνες στην ηλεκτρονική εποχή χωρίς τη δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού της στον παγκόσμιο χάρτη και με την ένταξή της στα διεθνή σχήματα από περίπλοκη έως αδύνατη. Λυπάμαι που δεν βλέπω ανάλογη γενναία αυτοκριτική στις γενιές της Μεταπολίτευσης παρά μόνο ενοχικά βλέμματα απέναντι στα παιδιά τους. Δριμύ επέρχεται το χάσμα των γενεών ως αναπαλαιωμένο συγκρουσιακό μοτίβο της νέας εποχής. Τουτέστιν, πάλι άγονη σύγκρουση, αταξική, χωρίς υψηλό διακύβευμα.

Το μέλλον λοιπόν καθίσταται πάλι αντικείμενο διερώτησης. Η Αριστερά κοιτάει το σημείο στίξης αμήχανη, δεν ξέρει πώς να αντιδράσει, τι πρέπει να κάνει. Ξέρει μόνο ότι χρειάζεται δράση και ανασύνταξη. Και ο Ζίζεκ, πάντα από ριζοσπαστική σκοπιά, μας δείχνει το δρόμο: «Οφείλουμε να ρισκάρουμε βήματα στην άβυσσο του Καινούργιου σε εντελώς δυσμενείς συνθήκες, οφείλουμε να επινοήσουμε εκ νέου πλευρές του Καινούργιου έστω και μόνο για να διατηρήσουμε ό, τι ήταν καλό στο παλιό». Το μέλλον δεν μπορεί να είναι ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός. Αλλά, δυστυχώς απ’ ό, τι φαίνεται πρέπει πάλι να κάνουμε υπομονή.



Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Attenberg

Φτερά που κάτι τα εγκλωβίζει και δεν πετάνε. Οι ζωές μας...
Πήγα δυο φορές μέσα σε δέκα μέρες στον «Απόλλωνα» της Σταδίου να δω το ATTENBERG της Αθηνάς Τσαγγάρη, γιατί κάτι μου ψιθύρισε η ταινία την πρώτη φορά, κάτι του τύπου εδώ έχουμε θέμα και μάλιστα που μας αφορά. Έχει μια ομορφιά παράξενη το ATTENBERG  ως μεταιχμιακή ταινία μεταιχμιακής εποχής. Η χωροταξία της περιλαμβάνει παντού χώρους αναμονής, μεταβατικούς, μεταιχμιακούς. Μεταξύ νοσοκομείου και ξενοδοχείου εκτυλίσσονται τα πάντα. Χώροι τόσο μεταβατικοί όσο και η εποχή μας. Μια παρατεταμένη αμηχανία, μια εξουθενωτική αναμονή, ένα μοτίβο βασανιστικό φοντάρει την ιστορία του έργου που έχει ως εξής:


Η αρχική σκηνή της ταινίας. Μαρίνα: "Δεν μ' αρέσει. Είναι σαν να έχω ένα γυμνοσάλιαγκα στο στόμα μου!"

Στον υβριδικό βιομηχανικό οικισμό Ασπρα Σπίτια Βοιωτίας μεγαλώνει ένα παράξενο πλάσμα 23 χρόνων, η Μαρίνα, με τον μοναδικό γονιό της, τον πατέρα της, αρχιτέκτονα και ετοιμοθάνατο. Η Μαρίνα, ερωτικά απροσδιόριστη, μάλλον αγοροκόριτσο, δεν έχει ερωτικές σχέσεις, έχει όμως μια φίλη που τη μυεί στα φιλιά και την ερωτική συμπεριφορά, πάσχει από μισανθρωπία, μπαμπόθρεφτη καθώς είναι και ακοινωνικοποίητη. Ο πατέρας της, καθώς κυλάει ο χρόνος της αφήγησης, πεθαίνει ζητώντας να αποτεφρωθεί και να ρίξουν τη στάχτη του στη θάλασσα. Παράλληλα, στη ζωή της Μαρίνας εμφανίζεται και ο πρώτος άντρας, ένας νεαρός μηχανικός που επισκέπτεται το εργοστάσιο της περιοχής. Η σχέση περνάει από την κωμική αμηχανία σε πιο ολοκληρωμένα στάδια παράλληλα με τη διαδικασία θανάτου του πατέρα.

Σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης θα έλεγε κανείς πως πρόκειται για μια ταινία-ελεγεία της αρχέγονης σχέσης κόρης-πατέρα. Έχω όμως την αίσθηση ότι η ταινία μιλάει κυρίως για την ενηλικίωση. Το είδα ξεκάθαρα και στην ταινία της Τσαγγάρη ότι πάντα η ενηλικίωση συνεπάγεται έναν θάνατο και ότι πάντα είναι μια δραματικά επώδυνη διαδικασία σε όποια ηλικία κι αν σε βρει.  Το συγκλονιστικό «σκάσε» στο διάδρομο του νοσοκομείου με τον πατέρα στο καροτσάκι είναι η απαραίτητη ιεροσυλία, μια πράξη αυθυπέρβασης και οριακής σύγκρουσης με ό, τι αγαπάς και θαυμάζεις, που απαιτείται όταν επιθυμείς να περπατήσεις ατομικές διαδρομές.

Η Τέχνη φαίνεται ότι δεν μπορεί να ξεφύγει εύκολα από το αιώνιο δίπολο Έρως-Θάνατος, δηλαδή στην ουσία το ζωντανό και το νεκρό σώμα, τις δυο συγκλονιστικότερες ολοκληρώσεις του ανθρώπινου περάσματος. Στο ένα κρεβάτι του πόνου στενάζει υπόκωφα ο πατέρας, στο άλλο της ηδονής στενάζει η κόρη. Οσο πιο κοντά στο θάνατο πλησιάζει ο πατέρας, τόσο πιο κοντά στην ενηλικίωση πλησιάζει η κόρη. Πολύ ξεχωριστή είναι η σκηνή που ο νεαρός επίδοξος εραστής ντύνει σαν πατέρας την άτσαλη ερωμένη που συμπεριφέρεται μηχανικά και περίπου του ζητάει να συνουσιαστούν βγάζοντας ψυχρά τα ρούχα της,

Το βλέμμα της ηθοποιού Αριέν Λαμπέντ κρύβει αναμονή έκρηξης. Τα μάτια της είναι δυο πυριτιδαποθήκες εκρηκτικές για τον εμπειρικό κόσμο με το υποδόριο γατίσιο ένστικτό της. Τα ανεπίλυτο οιδιπόδειο που την ταλανίζει εν αγνοία της δίνει στην ταινία ψήγματα ειλικρινούς φροϊδισμού. Ο ζωώδης πρωτογονισμός της, προϊόν της παρακολούθησης των ντοκιμαντέρ με ζώα του σερ Ντέιβιντ Ατένμπορο (παράφραση του ονόματος του οποίου είναι ο τίτλος της ταινίας), εκφράζεται σωματικά και λεκτικά με μιμήσεις κινήσεων ζώων και αναπαραγωγές ήχων και προσφέρει στο θεατή έναν ενστικτώδικο και αθώο κινηματογραφικό ήρωα, εξόχως γοητευτικό.

Για τον ηθοποιό Βαγγέλη Μουρίκη τι να πεις… Ο μινιμαλισμός ως υψηλή τέχνη. Όπως πάντα.

Το πιο συγκλονιστικό όμως στην ταινία είναι η μπρεχτική  Verfremdung (αποστασιοποίηση) στη διαχείριση του συναισθήματος από τους ήρωες. Κάτι που το ξέρει καλά η γενιά μας. Η έξαρση του συναισθήματος που συνεπήρε τις γενιές τις μεταπολίτευσης έχει ακυρωθεί στις γενιές, ας πούμε χοντρικά, απ’ το 1976 και κάτω. Το συναίσθημα ως ξεχείλισμα επιθυμιών δέσποσε στις πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις των πριν από εμάς γενεών. Η δική μας πολύ γρήγορα απομυθοποίησε ό, τι μπορούσε να κινητοποιήσει το συναίσθημα και έπλασε μια νέα φάση αποστασιοποιημένη και παγωμένη. Για όποιον καταλαβαίνει βέβαια, παγωμένο συναίσθημα δεν σημαίνει ελλείπον συναίσθημα. Σημαίνει έξυπνα διαχειρισμένη, με μέτρο και μινιμάλ αισθητική αντίληψη, συναισθηματικότητα. Οι διάλογοι της ταινίας έχουν μια φυσικότητα, ένα αναγνωρίσιμο cool που σιγοβράζει. Κανείς δεν σοκάρεται από τα λεγόμενα, κανείς δεν έχει διάθεση σύγκρουσης. Αυτή η συναισθηματική ουδετερότητα είναι το αισθητικό στοιχείο εκείνο που μου πρόσφερε τη χαρά της ταύτισης.


Και αυτό γιατί ο δικός μου, και όχι μόνο φαντάζομαι, αγώνας προς την ενηλικίωση υπήρξε ο αγώνας ενάντια στον εγγενή (πολύ φοβάμαι…) μελοδραματισμό μου. Για αυτό και η σκηνή που άφησε αμέσως μια γραμμή μέσα μου είναι αυτή που η Μαρίνα τυλίγει το κεφάλι της σαν αγκαλιά στο απλωμένο με μανταλάκια πουλόβερ του νεκρού πατέρα της. Αυτό το πάγωμα, αυτόν τον θερμοστάτη προσπαθώ να ρυθμίσω στη ζωή και στα κείμενά μου, με άνισα κάθε φορά αποτελέσματα.

Καταφέρνει με την ταινία της η Λαμπέντ να θίξει, έστω και ακροθιγώς ή υπαινικτικά, πολλά και ενδιαφέροντα θέματα, πέραν του εκρηκτικού διπόλου Έρως-Θάνατος: μονογονεϊκή οικογένεια, οικογένεια γενικότερα, σχέση των δυο φύλων, το αίσθημα του εγκλεισμού και του αποκλεισμού, Φύση και Πολιτισμός, οικολογία, γυναίκα, ομοφυλοφιλία, ενηλικίωση, το σώμα και η επιθυμία, η αρρώστια, η καύση νεκρών, η κοινωνικοποίηση, το σεξ, η γλώσσα, η Ελλάδα, η θρησκοληψία, ο ξένος, ο φόβος και η υπερνίκησή του, η μισανθρωπία και βέβαια το αδυσώπητο χάσμα γενεών. Και όλα αυτά υπό τους ήχους των Suicide και του Alan Vega. Βγάζουν μάτι οι ομοιότητες με τον Κυνόδοντα αλλά δεν πειράζει. Νομίζω ότι όσοι ασχολούνται με τις γυναικείες σπουδές, είτε επιστημονικά είτε πρακτικά, έχουν πολύ υλικό να αντλήσουν.

Μου φάνηκε ότι η ταινία της Τσαγγάρη κατέχει κινηματογραφικά αυτό που μας λείπει κοινωνικά. Προσφέρει δηλαδή μια νέα ρητορική του βλέμματος: το σωματοποιημένο βλέμμα.


Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

Ο Χειμώνας ως Άνοιξη!

Πικάσο φυσικά...


Πριν λίγες ώρες, στην πόλη μου, παραδόθηκε δεμένος χειροπόδαρα και ο τελευταίος αντάρτης. Πριν λίγες ώρες, στην πόλη μου, έπεσε το τελευταίο οχυρό, ό, τι μας είχε απομείνει από τη λαίλαπα της κρίσης. Ο τελευταίος που αρνήθηκε να συμβιβαστεί με τις επιταγές της Δύσης, του ΔΝΤ και της τρόικα. Το τελευταίο μας αποκούμπι. Ό, τι μας απέμεινε στην Ελλάδα σε θησαυρό: Ο ήλιος και ο καιρός. Ο εκτυφλωτικά μεταφυσικός ελληνικός ήλιος μας αποχαιρέτησε κι αυτός δίνοντας τη θέση του στον επελαύνοντα Χειμώνα.

Μετά τον Ντομινίκ Στρος Καν προχθές και τον Όλι Ρεν χθες, σήμερα επισκέφτηκε την πόλη μου ως κατακτητής και επίσης με πολλή ειρωνεία, ο κύριος Χειμώνας. Τον περιμέναμε μέρες και όσο δεν ερχόταν μας μπαίνανε ιδέες. Λες να μην περάσει καθόλου από τα μέρη μας φέτος; Μα σήμερα μας ξεγέλασε. Πηγαίνοντας το πρωί στη δουλειά έβλεπες το θερμόμετρο στους 22 και έλεγες πάλι μας την έκανε ο παιχνιδιάρης.

Όμως ο Χειμώνας ήρθε και φέτος και αύριο θα ανατείλει πάλι κρυφά ο ήλιος. Συναντηθήκαμε τρεις φορές σήμερα. Τον συνάντησα στην ομπρέλα που κρατούσε το προνοητικό πρωτάκι του Α3 το πρωί, τον συνάντησα στις μπότες των γυναικών στο μετρό (όλες φορούσαν μπότες, φαντάζομαι πόσο το περίμεναν), τον συνάντησα στην έξοδο της Αττικής Οδού κοιτώντας τον ουρανό. Τα πουλιά φεύγανε τρομαγμένα για το Νότο σαν μεγάλες αλήτικες παρέες. Ύστερα τα μάτια μας πήραν το γνώριμο γκρίζο και η νύχτα ήρθε λίγο πιο νωρίς από χθες.

Τον περιμέναμε με ανυπομονησία τον Χειμώνα. Θέλαμε κάτι να αλλάξει στο σκηνικό μας. Κι αφού δεν μπορέσαμε να κάνουμε εμείς τις αλλαγές, η φετινή εναλλαγή του Χειμώνα γέννησε για πρώτη φορά μια ελπίδα. Ο Χειμώνας φέτος εμφανίστηκε ως Άνοιξη.

Αθήνα, Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010, ώρα 00:15, θερμοκρασία 7 βαθμοί.

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008


Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη από την Καθημερινή 9.12.08


Συνεχίζουμε λοιπόν το ξεβράκωμα με τη δημοσίευση των ημερολογιακών σημειώσεων του Δεκέμβρη. Παρακάμπτουμε την Κυριακή της πορείας στη ΓΑΔΑ και πάμε στη θρυλική Δευτέρα της φωτιάς.



*Βράδυ Κυριακής. Ο υπουργός Παιδείας πήγε στο Ολυμπιακό Στάδιο να δει την ΑΕΚ. Το Σάββατο ήταν λέει στα μπουζούκια σε κάποιον Μακρόπουλο. Δηλώσεις πένθους έκανε δυο μέρες μετά.

*Γράφω με κόκκινα μάτια. Είναι αργά και η νύχτα δεν ησυχάζει με τίποτα.

*Το πρωί στο Σχολείο. Τα παιδιά έκαναν αποχή από τα μαθήματα σε ένδειξη πένθους προς τον Αλέξη. Σωστά, αλλά λυπάσαι καθώς δεν βλέπεις περιεχόμενο πίσω από την πράξη. Το ξεχαρβαλωμένο σχολείο καθρέφτης μας.

*Το απόγευμα κατεβαίνω στην πορεία. Πριν πάω στα Προπύλαια περνώ από Τζαβέλα και Μεσολογγίου. Ψυχεδελικά γκράφιτι σκεπάζουν τον ανείπωτο πόνο. Πολύς κόσμος σε στάση προσοχής και σιγής. Φεύγω και συναντιέμαι με 3 παλιούς μαθητές μου. Σαν ενστικτωδώς με αναζήτησαν, φοιτητές πια, και βγήκαμε μαζί στο δρόμο. Ωραία εικόνα σκέφτομαι. Είναι η πρώτη τους φορά σε πορεία, το βάπτισμα του πυρός κυριολεκτικά. Τον Γ. τον παίρνει συνεχώς τηλέφωνο η μαμά του ανήσυχη.

* Όπως πάντα, κινούμαι μέσα στην πορεία ακατάστατα, μπαίνω από όλα τα μπλοκ, παραμένω κυρίως παρατηρητής. Δεν είναι ο κόσμος που ξέρουμε αυτός που έχει κατέβει στο δρόμο. Δεν είναι οι συνδικαλιστές και οι αριστεριστές, τα κομματόσκυλα και οι αντιεξουσιαστές. Είναι εσύ κι εγώ. Η ευκαιρία που ψάχναμε.

*Στην πλατεία Κοραή μας χτυπάνε αλύπητα με χημικά. Χάνουμε το φως μας, βήχουμε, φτύνουμε, χάνω από δίπλα μου τα παιδιά, που πήγαν; Η πορεία έχει πολύ κόσμο, αλλά από νωρίς φαίνεται ότι θα γίνουν έκτροπα. Πολύχρωμο το πλήθος, παιδιά καθώς πρέπει, μεγάλοι και πολύ μεγάλοι. Είδα γιαγιά να πετάει πέτρα, κοριτσάκι 12 χρονών να πετάει νεράτζια σε αστυνομικούς, μανάδες να φωνάζουν σε μπάτσους, ανθρώπους να υψώνονται, να ομορφαίνουν, να βγαίνουν από τη μιζέρια. Να συνομιλούν με τις φλόγες. Στα πρόσωπά τους η οργή, πέτρινα βλέμματα που σπάνε τζάμια με μια ματιά. Πολλοί απόψε νομίσαν ότι φόραγαν μαύρα ρούχα και κρατούσαν κόκκινες παντιέρες. Οι τράπεζες πλήρωσαν τη μανία του πλήθους. Ο κόσμος στην πορεία παρακολουθεί έκπληκτος απίθανους τύπους να μπαίνουν στην πορεία και να σπάνε. Υπάρχει ανοχή. Κάποιοι τολμηροί τους βρίζουν. Η Παπαρήγα κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ ότι χαϊδεύει αυτιά κουκουλοφόρων. Η κατάσταση έχει ξεφύγει. Πανεπιστημίου και Σταδίου δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο. Ούτε τα μάρμαρα.

*Γελοίο το ΚΚΕ, καλά περιφρουρημένο, από κάτω μας, περνάει από την Αιόλου στο Μοναστηράκι και από εκεί Ερμού και Σύνταγμα μην και το λερώσουμε. Μικροαστισμός όπως πάντα, μοναχοφαϊσμός, εθνολαϊκισμός, συντηρητικούρα.

* Η πορεία τελειώνει στη Φιλελλήνων. Στο Σύνταγμα γίνεται χαμός, το μετρό κλειστό, τρόπος δεν υπάρχει να γυρίσουμε, ούτως η άλλως δεν σκοπεύουμε. Κάνουμε μια μεγάλη βόλτα, στο Ζάππειο μας σταματούν μπάτσοι της ομάδας Δέλτα, ο μαθητής μου ο Γ. έχει σχολική τσάντα και μακριά μαλλιά, ε βέβαια τον σταματάνε, τον ξεψαχνίζουν, τον αφήνουν, φεύγουμε. Γυρίζουμε από το Παναθηναϊκό στάδιο, στη Ρηγίλλης ανεβαίνουμε πάλι στο κέντρο. Το Κολωνάκι σπασμένο, αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα, κάπου μακριά ακούγεται κρότος, καπνοί στον ορίζοντα.

* Η εικόνα της Αθήνας είναι «δεν πιστεύω στα μάτια μου». Δεν είναι εύκολο να γίνει η αναγνώριση αλλά νομίζω εξέγερση είναι αυτό που ζούμε. Η εικόνα της πόλης είναι νεκρή φύση!

* Η ώρα περνάει, η νύχτα βαθαίνει, παντού φωτιές, σπασμένα τζάμια, θρύψαλα, μανία, τρόμος, απόγνωση, ένας πολιτισμός παίρνει πίσω αυτό που μας δίνει. Το μέτρο έχει χαθεί. Γυρίζω στο σπίτι, ανοίγω την τηλεόραση και αισθάνομαι ότι έβλεπα άλλον αγώνα. Εικόνες βιβλικής καταστροφής, πολεμικές ανταποκρίσεις από τη Σταδίου, την Ερμού, τη Σκουφά. Κανένα πλάνο από το πλήθος που φώναζε, αλήθεια φώναζε, κι ας μην ήξερε τι.

* Η Ελλάδα είναι ένα διαρκές έγκλημα. Ό, τι σπέρνεις θερίζεις.

*Πανέμορφο το καμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

*Φέτος θα στολίσουμε μαύρα.

* Οι φωτιές φωτίζουν κι απόψε τα όνειρά μου. Αύριο θα ξυπνήσω αργά. Το ΥΠΕΠΘ έκλεισε τα σχολεία. Αύριο η κηδεία του μικρού νεκρού.

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2008



* Είμαι στο μαγαζί και δουλεύω ένας πελάτης έρχεται από το κέντρο της Αθήνας να φάει μπριζόλα φέρνει την είδηση γίνεται χαμός λέει ένας μπάτσος σκότωσε έναν πιτσιρικά η είδηση πέφτει πάνω μου σαν σφαίρα σαν τσίμπημα μας αναστατώνει όλους οι άλλοι δίπλα δεν χάνουν την όρεξή τους. Αφήνω το δίσκο δουλεύουν στο μαγαζί και δυο πρώην αστυνομικοί ο ένας ψελλίζει κάτι του τύπου ποιος ξέρει τι κάνανε οι αλήτες μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι την τελευταία φορά που ένιωσα έτσι ήταν όταν μαχαίρωσαν τον Δημήτρη. Δεν είναι σκέτος θυμός σκέτη οργή είναι ψυχοσωματικό είναι τρύπημα στην ψυχή είναι ένα πράγμα σαν να μου σκοτώσανε τον αδερφό σαν να μου σκότωσαν έναν μαθητή που εγώ πασχίζω να του ανοίξω λιγάκι την κούτρα που κάνω υπομονή στην τρέλα στη βλακεία στην εφηβεία και καταπίνω τα πάντα και έρχεται ο μπάτσος και το κράτος και δίνουν τη λύση το κράτος σκοτώνει δηλαδή εμείς. Είναι 11 και τριάντα ακριβώς όταν το μάθαμε ο κόσμος τρώει έχω προαίσθημα ότι θα γίνει πόλεμος. Στην τηλεόραση βγαίνει ο Παυλόπουλος με ένα βλέμμα να ξεράσεις εκφράζει βαθιά οδύνη η αστυνομία κάνει καλά τη δουλειά της αυτό λέω κι εγώ είναι το πρόβλημα μου έρχεται να σπάσω την οθόνη. Βγαίνω από το μαγαζί κρύο πολύ δεν κάνει γλυκός καιρός για Δεκέμβρη έχω παρκάρει απέναντι ανοίγω ραδιόφωνο 105.5 στο Κόκκινο ροή ειδήσεων το παιδί κατέληξε λέει ο ιατροδικαστής (δεν πέθανε ε;) ήταν 15 ήταν στα Εξάρχεια όπως και εμείς στα 15 και στα 25 και βάλε με φίλους συνομίληκους διαπληκτίστηκαν ο μπάτσος σήκωσε το κουμπούρι και πάει…Μια ώρα στ’ αμάξι στην Αθήνα έχει κόσμο στο Πολυτεχνείο γίνονται επεισόδια. Η ώρα περνάει η νύχτα βαθαίνει γυρίζω στο σπίτι ανοίγω τον υπολογιστή ανοίγω και το ραδιόφωνο κάθομαι στο χαλί όπως τότε που ήμουν οχτώ ξανά ροή ειδήσεων χαμός στην Αθήνα κάποιος έγραψε αύριο στις 12 στο μουσείο εγώ θα δουλεύω αλλά κάτι μου λέει ότι δεν θα τελειώσουμε αύριο δεν γίνεται να περάσει έτσι. Βάζω το ραδιόφωνο στο πάτωμα η ώρα είναι 6 σε λίγο θα φέξει τα μάτια μου κόκκινα θυμάμαι τη ζαρντινιέρα τα πράσινα παπούτσια τα δακρυγόνα που έχουμε φάει στην Ελλάδα η νιότη είναι ιδιώνυμο βρεθήκαμε σ’ ένα διάλειμμα του κόσμου ο σώζων εαυτόν σωθήτω συνήθως ξενυχτάω γλεντώντας ή πίνοντας ή κουβεντιάζοντας απόψε μόνος πενθώντας έναν άγνωστο. Δεν μπορεί εμένα με συγκινεί που είναι νέος τη μάνα μου που είναι παιδί το δάσκαλο που είναι μαθητής τον Έλληνα ελπίζω που δεν είναι μετανάστης αν ήταν σίγουρα όλα θα ήταν αλλιώς οπότε ελπίζω να μη μείνει συμβάν και τα καθίκια ατιμώρητα στον Καλτεζά το 85 κανείς δεν τιμωρήθηκε.

* Είναι κάποια πράγματα που δεν έχει νόημα να γράψεις άντε να περιγράψεις το ανατρίχιασμα άντε να πεις με λέξεις την οργή τώρα είναι όλα φλυαρία και αυτές τις τελείες που έβαλα άχρηστες είναι η μέρα απόψε δεν τέλειωσε δεν μπορεί θα γίνει πόλεμος αν δεν γίνει πόλεμος τώρα πότε;