Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

Το Πολυτεχνείο και οι εκτός κλίματος εξεγέρσεις

Αν υποθέσουμε ότι ισχύει ο αφορισμός του Καρούζου ότι η Ιστορία δεν σε περιμένει στη στάση του τρόλευ, τότε εύλογη είναι η απορία γιατί σήμερα στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων δεν κουνιέται φύλλο. Μετά τις 5 Μάη, ένα παρατεταμένο μούδιασμα έχει διαπεράσει εκείνο το τμήμα του κοινωνικού σώματος που εκδήλωσε, στιγμιαία, πολιτική συμπεριφορά πολίτη και όχι υπηκόου, που έκανε χρήση δηλαδή του δημοκρατικού δικαιώματος της πολιτικής ανυπακοής. Σήμερα που το μέλλον εμφανίζεται με βίαιο πρόσωπο και οργανώνεται ερήμην μας ένα νέο μοντέλο κοινωνίας, ολόκληρο το πολιτικό σύστημα και κυρίως οι κατά συνήθεια αποκαλούμενοι πολίτες-καταναλωτές κοιταζόμαστε μεταξύ μας ανήμποροι να αρθρώσουμε το παραμικρό instead of. Πριν προλάβουμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο, μας πρόλαβε και μας άλλαξε αυτός.

Η φετινή επέτειος του Πολυτεχνείου συναντιέται βασανιστικά με τη συγκυρία για να μας θυμίσει πώς η Ιστορία απογειώνεται όταν τα υποκείμενά της προσέρχονται στο ραντεβού μαζί της. Η εξεγερσιακή δυνατότητα παρουσιάζεται και πάλι ως προοπτική που μπορεί να γίνει κινητήριος μοχλός των πολιτικών εξελίξεων. Με δεδομένη την αίσθηση του αδιεξόδου και με ορατή την τάση να εμφανίζεται το μέλλον πιο άδηλο από ποτέ ως προς το πρόσημό του, η υπέρβαση της κρίσης αναζητά τη νέα μεθοδολογία που θα δώσει συντεταγμένες στην αμφισβήτηση.

Αυτή η ελληνική καταθλιπτική μανία με τις επετείους και τον πατροπαράδοτο εορτασμό μου προκαλεί αποφορά. Σήμερα που οι 18χρονοι απέχουν από το Πολυτεχνείο περισσότερο απ’ ό, τι η γενιά του Πολυτεχνείου από την Κατοχή και το ’40, το νόημα του εορτασμού του παραμένει μετέωρο και αναζητεί τις προσλαμβάνουσες που θα το διασαφήσουν και θα το επικαιροποιήσουν. Το νόημα του Πολυτεχνείου συμπυκνώνεται, κατ’ εμέ, στην προτροπή στους νέους να κυνηγάνε τους ανέμους και να μην πηγαίνουν μαζί τους. Το φαινόμενο που ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ονόμασε «αριστερή μελαγχολία», και μάλλον καθίσταται εν αφθονία στις μέρες μας, δεν πρέπει να το δούμε ως εμπόδιο στην όξυνση της αγωνιστικότητας αλλά ως δείκτη για την αξία και την ισχύ της λύπης ως παράγοντα που βοηθά να κοιτούμε με πιο καθαρό βλέμμα τα πράγματα. Είναι η μόνη ψυχική διάθεση από την οποία θα προκύψει ελπίδα και προοπτική ώστε οι εξεγέρσεις να μην γίνουν πάλι, εν γένει, εκτός του κλίματος. Όπως εκείνον τον ανολοκλήρωτο Δεκέμβρη του 2008.

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Δρόμοι παλιοί (16.1.2009)



Αλλάζοντας γνώμη τελευταία στιγμή, αποφάσισα να κατέβω στο κέντρο με τ' αυτοκίνητο και όχι με τον ηλεκτρικό. Που να ‘ξερα τι με περίμενε. Έφτασα στο «Κύτταρο» τρέμοντας. Ένα παράξενο πάγωμα κροτάλιασε το σώμα μου. Όπως και να το κάνεις, είχα δώδεκα χρόνια να περπατήσω τη γειτονιά που μεγάλωσα. Μιχαήλ Βόδα, Ιουλιανού, Ηπείρου, Λιοσίων, πλατεία Βικτωρίας. Οι ασήμαντοι αυτοί δρόμοι ήταν τα σύνορα του κόσμου μου, των επτά, των δέκα και των δώδεκα χρόνων. Παρκάρω μπροστά στην καθολική εκκλησία. Μιχαήλ Βόδα. Δρόμος σημαδεμένος απ' τα βιβλία του Νίκου Δήμου. Κοιτάζω στο απέναντι πεζοδρόμιο την πολυκατοικία με τον αριθμό 23. Το σπίτι μου. Διαβάζω τις σκέψεις μου σιωπηλός. Νοσταλγία. Διάθεση Ταρκόφσκι. Απέναντι ο παιδικός σταθμός. Τίποτα δεν έχει μείνει ίδιο.

Περπατώ και ψηλαφώ τα αισθήματά μου. Λίγο παραπάνω το 54ο Δημοτικό και απέναντι το 42ο Γυμνάσιο. Τα σχολεία μου. Αναρωτιέμαι πως χωράγαμε εδώ μέσα τόσα παιδιά. Η αυλή μου φαίνεται μικρή. Πλησιάζω το τζάμι. Μια καθαρίστρια σκουπίζει μια αίθουσα. Τα φώτα μέσα είναι αναμμένα. Ζωγραφιές παιδιών με παράξενα ονόματα, ασιάτικα, αφρικάνικα, βαλκάνια, γεμίζουν τους τοίχους. Θυμάμαι τη ζεστασιά που είχε η υπόγεια αίθουσα της Δ΄Δημοτικού. Θυμάμαι και τη ζεστασιά που είχαν τα μάτια και η φωνή του δασκάλου μας, του κυρίου Μιχάλη Χουλιάρα.

Περπατώ και αισθάνομαι να κρατώ στα χέρια μου χειροβομβίδες. Κοιτώ τις πλάκες στο πεζοδρόμιο της Μιχαήλ Βόδα, μετράω τα βήματα από το σχολείο μέχρι το σπίτι και δεν μου βγαίνουν όπως τότε. Περνώ στο απέναντι πεζοδρόμιο και θυμάμαι τότε που το πέρασμα απέναντι ήταν πράξη ενηλικίωσης. Τα πάντα έχουν αλλάξει. Τα Αγγλικά «Πάιτα» έχουν γίνει γραφεία. Ο ανάπηρος κύριος Γρηγόρης στο ψιλικατζίδικο δεν υπάρχει. Έχει μείνει το προποτζίδικο δίπλα στο φροντιστήριο και το χαρτοπωλείο «Κυψέλη». Φτάνοντας εκεί βρίσκω στο διάβα μου την πολυκατοικία που έμενε ο Καβούκης και η Σάρον. Θυμάμαι το πάρτυ του 1992 στο σπίτι της, τα μπλουζ, τα αμήχανα βλέμματα, τα χτυποκάρδια. Πλησιάζω στα κουδούνια μήπως δω τ' όνομά τους. Τίποτα.

Μπαίνω στο στενάκι που παίζαμε μπάλα. Ένα μπουρδέλο που του σπάσαμε κάμποσες φορές τη λάμπα με την παιδική μπαλίτσα μας, έχει γίνει πολυκατοικία. Η ταβέρνα του Λάμπρου κλειστή εδώ και χρόνια. Πουθενά παιδικές φωνές, κανένας δεν παίζει.

Φτάνω στην Αλκιβιάδου. Ο Τριαντάφυλλος και τα «Τρια Κυπαρίσσια» δεν είναι εκεί. Κατεβάινω στην Καθολική εκκλησία. Εκεί που έμαθα σκάκι. Το παρκάκι είναι γεμάτο σκουπίδια, σύριγγες και βρωμιά. Όλα μου φαίνονται στενά. Τότε ήταν όλα μεγάλα κι απέραντα. Δίπλα στην καθολική, η παράξενη μπυραρία-καφέ «Σοπέν». Παντού γύρω Πολωνοί και αφίσες στα πολωνικά. Πίνω δυο μπύρες σε κουτάκι και συνεχίζω το οδοιπορικό σακατεμένος. Το κρεοπωλείο δεν είναι εκεί, ο λαστιχάς δεν είναι εκεί, ο Λευτέρης δεν είναι εκεί, η κάβα της Μαρίας δεν είναι εκεί. Στα κουδούνια άγνωστα ονόματα. Ψάχνω να βρω σημάδια, να γίνει αναγνώριση, όπως στις αρχαίες τραγωδίες. Κανείς δεν με ξέρει και κανέναν δεν ξέρω.

Μ' αυτές τις αποσκευές στα μάτια και την ψυχή φτάνω επιτέλους στο «Κύτταρο». Ο Θάνος βγαίνει στη σκηνή με το ποτό στο χέρι. Τον κοιτώ και είναι σαν το μέσα μου. Με τις πρώτες νότες γαληνεύω. Το Jameson ερεθίζει τον ουρανίσκο. Σήμερα κλείνουν 40 μέρες από τη δολοφονία του  Αλέξη Γρηγορόπουλου. Η κατάσταση στη συναυλία γίνεται εκρκτική. Διαδήλωση συναισθημάτων. Ο Γιώργος δίπλα μου αποσβολωμένος. Ο Θάνος φωνάζει. "Χρειαζόμαστε το νερό. Το νερό που είμαστε. Νερό κι αστρόσκονη είμαστε". Αφιερώνει τον "Τελευταίο σταθμό" στον χαμένο αδερφό του. Ζητά λευτεριά σ' όσους είναι στα κελιά. Κι ύστερα "Είναι μια χώρα που με διώχνει μακριά...είμαι ένα σκιάχτρο που άρπαξε φωτιά". Κρατάμε τους στίχους στα χείλη μας σφαλισμένους, πίνουμε, πίνουμε μέχρι το φουκαριάρικο συκώτι μας και γυρίζουμε πίσω, με μια ρυτίδα περισσότερη στο βλέμμα...

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Οι εκλογές και το πρόσωπο του τέρατος

Οι εκλογές και το πρόσωπο του τέρατος


Εγώ και οι φίλοι μου δεν προσδοκούσαμε κάτι από αυτές τις εκλογές. Και δεν είναι η πρώτη φορά. Το έχουμε πιστέψει πια ότι μέχρι να αρχίσει να στερεοποιείται αυτή η δαιμονισμένη ρευστότητα των καιρών πάντα έτσι θα συμβαίνει. Οι εκλογές ήρθαν πάλι για να συμβολίσουν την παρακμή, να την απεικονίσουν με χίλια χρώματα. Αυτά τα λεφούσια από υποψηφίους και ψηφοφόρους ευεπίφορους να ψηφίσουν τον ξάδερφο, τον κουμπάρο, τον φούρναρη και τον φαναρτζή της γειτονιάς, σ' αυτούς τους ρευστούς καιρούς του «anything goes» που μας έλαχε να ενηλικιωθούμε, αυτή η κατάντια είναι η παρακμή της μαζικής δημοκρατίας. Οι εκλογές δεν αφορούν κανέναν πια παρά μόνο τους υποψηφίους. Κι αν δεν ξεχειλώνονταν τα ψηφοδέλτια με ονόματα επί ονομάτων, η αποχή θα ήταν πολύ μεγαλύτερη. Δεν υπάρχει σοφή ψήφος στις εκλογές. Δεν υπάρχει σοφός λαός. Μπροστά στην κάλπη υπάρχει μονάχα  φοβισμένος σύγχρονος άνθρωπος. Ο αμόρφωτος, ο απαίδευτος, που δεν έχει θητεύσει σε κείμενα και διαλόγους, σε φιλίες και έρωτες και στην κάλπη αισθάνεται ότι βρίσκεται μπροστά στον καθρέφτη του. Το χειρότερο είναι ότι οι πολίτες της κουρασμένης δημοκρατίας μας μου φαίνονται έτοιμοι σήμερα να δεχτούν ακόμα και την κατάργηση των εκλογών και τον διορισμό αντιπροσώπων με ένα προεδρικό διάταγμα και όποιον άλλο ολοκληρωτισμό μπορεί να φανταστεί κανείς.

Ωστόσο οι φίλοι μου κι εγώ πήγαμε να ψηφίσουμε. Επηρεασμένοι από μια προ-μετανεωτερική, ντεμοντέ ιδέα ότι αν δεν πας να ψηφίσεις ενισχύεις το τέρας. Και πήγαμε χωρίς πίστη και χαρά, με τη λογική του «μη χείρον βέλτιστον». Εμείς οι Αθηναίοι είχαμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε 7 «αριστερά», κατά την αυτοπαρουσίαση τους, ψηφοδέλτια. Είχαμε να επιλέξουμε ανάμεσα στο σταλινισμό και την καταστροφή του ορθού λόγου (Παφίλης), στη σχιζοφρενική κατάθλιψη (Αλαβάνος), την μαγκιόρικη ποδοσφαιρική Αριστερά (Ψαριανός), την τηλεοπτική και ακαλαίσθητη Αριστερά (Μητρόπουλος), τη light οικολογία των θολών νερών (Διάκος), τη φαντασιωνόμενη επαναστάσεις και γραφική εξωκοινοβουλευτική Αριστερά (Χάγιος) και την κεντροαριστερά του ουίσκι και της αφέλειας (Δημαράς). Κάποιοι από μας διαλέξαμε με κρύα καρδιά να αφήσουμε τα πρόσωπα στην άκρη (γιατί αν δίναμε σημασία απλώς δεν θα ψηφίζαμε κανέναν) και να ψηφίσουμε κατάσταση και προοπτική σκεπτόμενοι μόνο το από που θα μπορούσε να έρθει το καινούργιο και ελπιδοφόρο. Από τη σύμπλευση ποιών δυνάμεων δηλαδή. Κάποιοι αποφασίσαμε να τιμωρήσουμε τους δικούς μας που είναι χίλια κομμάτια ενώ ο κόσμος τους θέλει ενωμένους.
Τελικά, ειπώθηκε βαρύγδουπα ότι ο μεγάλος νικητής των εκλογών είναι η αποχή. Και κάτι φιλαράκια που περνάμε καλά μαζί αλλά έχουν επαναστατικές φαντασιώσεις και φοράνε όμορφα μαύρα ρούχα έσπευσαν να πανηγυρίσουν. Όσοι πανηγυρίζουν με την αποχή θα τους καλούσα να κάνουν μια συγκέντρωση όλοι μαζί να γνωριστούν, να δούνε όλοι μαζί ποιοι είναι. Εύκολο είναι στην εποχή του blogging και των τέλειων μέσων. Γιατί δεν το τολμούν, για να καταλάβουμε όλοι τι εστί αποχή και πόσο απαίσια ανομοιογενές σύνολο συγκροτούν. Στην ενασχόληση με την πολιτική το κυρίαρχο αίσθημα είναι αυτό του συν-ανήκειν. Και το συν-ανήκειν στην αποχή είναι κοντά στο πρόσωπο του τέρατος. Όπως και το συν-ανήκειν άκριτα και τυφλά σε κόμματα που έχουν ξοφλήσει.

Πλέον οι Κυριακές των εκλογών είναι κι αυτές αδιάφορες και μελαγχολικές. Η γιορτή της δημοκρατίας αποπνέει την αύρα καταναγκαστικού εορτασμού συμβιβασμένου ζεύγους. Κανείς δεν εκπροσωπεί κανέναν και όλοι επιβιώνουν σε ένα σκηνικό παραλυμένο, ανίκανο να συντηρήσει τον εαυτό του που απλώς υπάρχει γιατί απλώς δεν μπορεί… να μην υπάρχει τίποτα. Βαρεθήκαμε να περιμένουμε το παρατεταμένο τέλος της Μεταπολίτευσης και την...αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού.
  
Οι μόνοι που δικαιούνται να πανηγυρίζουν σ’ αυτές τις εκλογές είναι το ΚΚΕ και η Χρυσή Αυγή. Κάποιοι ξεσκονίζουν τα σφυροδρέπανα χωρίς να ενοχλούνται από τη διαστροφή της ιστορίας και τον ακαλαίσθητο πολιτικό λόγο που εκπέμπει αυτό το ανιστορικό κόμμα. Με τη Χρυσή Αυγή να παίρνει 5% στο Δήμο της Αθήνας, απενοχοποιείται εντελώς και η ψήφος στον ΛΑΟΣ και το πολιτικό σκηνικό μετατοπίζεται προς τα δεξιά. Και τα μαντάτα που θα έρθουν τις επόμενες μέρες θα δείχνουν και την ηλικιακή σύνθεση του τέρατος. Και εκεί θα δούμε τη διείσδυση του τέρατος στις νεότερες γενιές. Ρωτήστε να μάθετε τι γίνεται στα Λύκεια; Ρωτήστε τι παίζει στο 16ο Λύκειο στους Αμπελόκηπους. Εμείς που είμαστε καθημερινά στα σχολεία το ξέραμε από καιρό. Το βλέπαμε να έρχεται. Και χάναμε τις μάχες από έναν εχθρό ασύλληπτης βλακείας. Πριν λίγες μέρες σε Λύκειο του Πειραιά, στο δεύτερο μου κιόλας μάθημα, δέχτηκα λεκτική επίθεση από 7-8 μαθητές ενός τμήματος Γ' Λυκείου καθώς στο μάθημα της Ιστορίας προσπαθούσα να τους εξηγήσω πως η έννοια "εθνικισμός", ενώ εμφανίζεται ιστορικά με θετικό πρόσημο τον 19ο αιώνα βγαλμένη από τις ιδέες του Ρομαντισμού και της Γαλλικής Επανάστασης και συνδεμένη με τη δημιουργία εθνών-κρατών, μετατρέπεται σταδιακά σε εφιάλτη, ιδίως από όταν αρχίζει να συμπορεύεται με τον ναζισμό και τον φασισμό. Στο συλλογικό πολιτικό φαντασιακό των πιτσιρικάδων ο Χρυσαυγίτης είναι ο επαναστάτης που πάει κόντρα στο σύστημα, βρίζει και παίρνει το νόμο στα χέρια του. Η Αριστερά για τον 18άρη είναι συστημική, συμβιβασμένη και προσκυνημένη σε όλες, μα όλες, τις εκδοχές της.

Κρίμα που δεν έχουμε καταλάβει ακόμη τι εποχή βιώνουμε. Το τέρας που χρόνια τώρα δουλεύει υπογείως, σήμερα βγαίνει στην επιφάνεια και μπαστακώνεται στις σύγχρονες κοινωνίες. Το τέρας έχει όνομα και λέγεται φασισμός. Φασισμός αισχίστου είδους που δεν ζητάει μόνο να φύγουν οι ξένοι από την Ελλάδα αλλά ζητάει με καδρόνια και ελληνικές σημαίες κομμένα κεφάλια μεταναστών και υποστηρικτών τους. Και το χειρότερο συναίσθημα βέβαια δεν είναι ότι βλέπουμε το πρόσωπο του τέρατος μπροστά μας. Το χειρότερο είναι η φοβία που έχουμε μήπως το έχουμε ήδη συνηθίσει.

Το αντιφασιστικό μέτωπο και όχι η οικονομική κρίση θα ενώσει πάλι την Αριστερά, όπως στο Μεσοπόλεμο. Όμως φοβάμαι πως θα είναι αργά. Μέχρι τότε ας αρχίσουμε να διαβάζουμε βιβλία και τα μηνύματα των καιρών. Γιατί τα μηνύματα των εκλογών είναι θολά και δεν διαβάζονται.



Γράφω γιατί...

το γράψιμο είναι ο ουσιαστικότερος τρόπος οργάνωσης του "υπάρχειν" και δεν έπαψα ποτέ να θέλω να εξαντλήσω την περιπέτεια της ύπαρξης. Γράφω γιατί το γράψιμο είναι η φυσική προέκταση των όσων βλέπω, ακούω και ζώ. Γράφω γιατί μ' αρέσει να μελετώ την αρχιτεκτονική του λόγου. Γράφω γιατί φοβάμαι τον αέρα που τα αρπάζει όλα και τα σπρώχνει στη λήθη. Γράφω από ανάγκη επικοινωνίας. Γράφω γιατί έτσι ξεφουσκώνω και ξανακερδίζω τις αναπνοές μου. Γράφω για να λύσω τα σχοινιά που με κρατούν δεμένο. Γράφω γιατί έτσι ξεγελώ έναν κόσμο που μας σπρώχνει στο περιθώριο. Γράφω γιατί το γράψιμο είναι ένα σοβαρό παιχνίδι για μεγάλα παιδιά. Γράφω για να διαπιστώσω αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη. Γράφω γιατί δεν αντέχω να μη γράφω. Και κυρίως γράφω γιατί "γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα", όπως το ήθελε ο Νίκος Καρούζος. Και πάντως δεν ξεκινώ μ' αυτό το κείμενο να γράφω. Τώρα γράφω εδώ, γιατί απλώς είπα να τραβήξω λίγο την κουρτίνα να δεις κι εσύ τι βλέπω...