Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

Παρασκευή 5.12.2008





* Είναι μυστήριο αλλά τον Νοέμβρη πάντα βρίσκεις χρόνο για γράψιμο. Και όταν πια έρχεται ο Δεκέμβρης, ο μήνας ο σκληρός, το χέρι σου έχει σφίξει και έχει πιάσει την ρυθμική και νευρική κίνηση που απαιτείται για να γεμίσει τα μαύρα Moleskine.

* Σ’ ένα παλιό περιοδικό διάβασα κάτι αρκετά καλό και κόντρα στη βαρετή σοβαροφάνεια της συνοφρυωμένης διανόησης. Ο γλυκύτατος Στέφανος Ροζάνης έδωσε έναν ορισμό του ΓΕΛΙΟΥ. Αντιγράφω:
«Το γέλιο είναι το άνοιγμα του ανθρώπου στον άνθρωπο: είτε θετικά ως κίνηση χαράς και αποδοχής προς τον άλλο, είτε αρνητικά ως απόρριψη, ως απομάκρυνση, ως αποχωρισμός. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, το γέλιο είναι το ξέσπασμα των συναισθημάτων, μια ιδιαίτερη στάση του πνεύματος απέναντι στον κόσμο: ένα ιδιαίτερο είδος στοχασμού και αναστοχασμού. Πρέπει κανείς να γελά φιλοσοφώντας, έλεγε ο Επίκουρος».

* Ήμουν σε δίλημμα. Απόψε, τι θα προτιμούσα να ικανοποιήσω; Την απολλώνια ή τη διονυσιακή πλευρά του εαυτού μου; Τελικά πήγα και στα δυο.

* Απόψε στη Στοά του Βιβλίου ο Δάσκαλός μου, ο Λαοκράτης Βάσσης, παρουσίαζε το καινούργιο του βιβλίο: «ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ». Το πάνελ των ομιλητών εκρηκτικό. Στάθης, Πανούσης, Ξυδάκης, Γιατρομανωλάκης, Κωνσταντόπουλος. Ο χώρος κατάμεστος, πολύς κόσμος όρθιος. Η επίσημη Αριστερά χαρακτηριστικά απούσα. Από τον Συνασπισμό είδα μόνο τον Γιάννη Μπαλάφα. Οι ηλικίες όλων τεράστιες. Πρέπει να είμαι με μεγάλη διαφορά ο μικρότερος εδώ μέσα. Αλήθεια, πόσες φορές έχω ζήσει αυτή την παράξενη φάση;

* Ο Στάθης μιλάει πρώτος. Ο λόγος του είναι το ίδιο γοητευτικός με τα γραπτά του. Κατακεραυνώνει το πόνημα της Ρεπούση και βγάζει το άχτι του για την αγραμματοσύνη και την ημιμάθεια που μας κυκλώνει. Ωραία τα λέει: «Κάποτε όποιος έγραφε κατέβαζε 100 βιβλία από τη βιβλιοθήκη για να πει μια κουβέντα». Μας εξηγεί πολύ πειστικά ότι το πιο δύσκολο από όσα μας συμβαίνουν σήμερα είναι το να είσαι ο εαυτός σου χωρίς να κινδυνεύεις, το να διατηρείς την ευαισθησία σου χωρίς να λοιδωρείσαι. Κατεβαίνει από το πάνελ πανηγυρικά: «Όπου ακούτε ο καπιταλισμός πεθαίνει, αυτό σημαίνει ο καπιταλισμός παλινορθώνεται»!

* Τον λόγο παίρνει ο Νίκος Ξυδάκης. Η πιο ροκ γραφίδα της ελληνικής δημοσιογραφίας. Έχω ξεκοκαλίσει τα κείμενά του. Σήμερα θα επιμείνει στην αμφίθυμη σχέση Αριστεράς και ελληνικότητας. Μ’ αρέσει ο λόγος του γιατί σ’ αυτόν συναιρούνται το αισθητικό και το πολιτικό. Όποιος με ξέρει πάνω από τρεις μήνες, καταλαβαίνει γιατί λατρεύω την πένα, το πνεύμα και το στυλ του Ξυδάκη.

* Ο Γιώργης ο Γιατρομανωλάκης ήταν στο Πανεπιστήμιο ένας από τους μετρημένους στα δάχτυλα του χεριού καθηγητές που σεβόμουν και θαύμαζα για τη δουλειά τους. Κάποιες φίλες εκείνων των χρόνων (1999-2004) τον έβλεπαν ως είρωνα και σνομπ. Εγώ πάλι, καμιά φορά, μπορώ να τη συγχωρήσω την ειρωνεία, όταν διατυπώνει άποψη. Με ενοχλεί περισσότερο η απαιδευσιά και η βαρεμάρα. Ο κύριος καθηγητής το λέει απροκάλυπτα: «Η Αριστερά πάσχει από το σύνδρομο του κακού καθηγητή. Ο κακός καθηγητής βλοσυρά και περίπου χαιρέκακα κοκκινίζει τις κόλλες των μαθητών του. Σπανίως όμως προβαίνει και στη διατύπωση υποδείξεων, προτάσεων». Σωστός κι αυτός. Νομίζω ότι όποιος ανοίξει το στόμα του για να ασκήσει κριτική στην Αριστερά, ό, τι και αν πει, μέσα θα πέσει.

* Ο πρώην πρόεδρός μας, ο Νίκος Κωνσταντόπουλος θα δώσει μια άλλη διάσταση για την κακή μας την τύφλα: «Το 1989 που ο κόσμος κλυδωνιζόταν από την πτώση του τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, εμείς εδώ ασχολούμασταν με το Σκάνδαλο Κοσκωτά. Το 2008 που εκδηλώνεται η παγκόσμια οικονομική κρίση, εμείς ασχολούμαστε με την οικονομική κρίση». Τι έχουν τα έρημα και ψοφάνε…

* Τελευταίος ανεβαίνει ο Δάσκαλός μου. Κοιτώ τη βαριά και περήφανη περπατησιά του και τον καμαρώνω, αισθανόμενος πολύ τυχερός που για έναν ολόκληρο χρόνο, στα 18 μου, τον άκουγα 3 ώρες τη βδομάδα να μιλάει και το στόμα του να ξεδιαλύνει όλες τις συγχύσεις της εφηβείας μου. Μιλά με συστολή, άκουσε πολλά καλά λόγια είναι αλήθεια, που μόνο να τρομάξουν μπορούν έναν άνθρωπο σαν κι αυτόν. «Κάθε φορά που ο λαός ζορίζεται, αντλεί δύναμη από την ψυχή. Η ψυχή μας είναι ο πολιτισμός μας. Αν χαθεί κι αυτή, καήκαμε».

* Τελειώνοντας, στο χειροκρότημα, είχα την αίσθηση πως απόψε πήρα καθαρό οξυγόνο. Νομίζω ότι παρακολούθησα την πιο σημαντική πολιτική εκδήλωση της ζωής μου. Κάτι έγινε απόψε. Όμως, αυτή η πνιγηρή ατμόσφαιρα γύρω δεν ξέρω που θα βγάλει…

* Τώρα, για να είμαι ειλικρινής, την τελευταία ώρα συνεχώς κοιτούσα το ρολόι μου. Είχα το νου μου στους ΣΤΕΡΕΟ ΝΟΒΑ. Το συγκρότημα που σφράγισε τα ακούσματα της εφηβείας μου, απόψε σμίγει ξανά μετά από 11 χρόνια (1997, ουάου, Β’ Λυκείου) στο πάρτυ για τα τρία χρόνια της Lifo. Κατά έναν παράξενο τρόπο απόψε γιορτάζει το παρελθόν μου. Λαοκράτης Βάσσης και Στέρεο Νόβα. Δυο κόσμοι ολότελα ξεχωριστοί, κι όμως τόσο κοντά μέσα μου.

*Έφυγα σφαίρα από την Πανεπιστημίου. Κατεβαίνοντας από την Ομόνοια στην Πειραιώς κολλάω στην κίνηση. Απίστευτο μποτιλιάρισμα. Να πηγαίνουν στους ΣΤΕΡΕΟ ΝΟΒΑ όλοι αυτοί; Μια ώρα αργότερα, κι αφού στο αυτοκίνητο ζεσταίνομαι ακούγοντας τα ξεφτισμένα από το χρόνο cd τους φτάνω στο εργοστάσιο Μπήτρου στην Πέτρου Ράλλη, δίπλα από τα Μπισκότα Παπαδοπούλου (άλλο πανηγύρι της εφηβείας αυτό!). Είμαι μόνος, παρκάρω βιαστικά σ’ ένα ξεκοιλιασμένο πεζοδρόμιο, από μακριά μου έρχεται ένας ήχος ηλεκτρονικός, γνώριμος από εκείνη την, όχι μακρινή, εποχή.

* Τους πρόλαβα όταν βγήκαν ντυμένοι ζαχαροπλάστες στη σκηνή. Έχει απίστευτο κόσμο, αν και πολλοί φαίνονται άσχετοι που ήρθαν για το τζάμπα. Δεν θυμάμαι αν ο Μιχάλης ή ο Κωνσταντίνος φορούσε μαύρα γυαλιά. Ή μάλλον δεν έβλεπα. Από την κοσμοπλημμύρα δεν μπορούσες να πλησιάσεις. Ο στίχος των ΣΤΕΡΕΟ ΝΟΒΑ και η αισθητική τους άποψη γρήγορα με ξεμπλόκαραν από την τεστοστερόνη του ροκ. Ο ήχος τους είναι βγαλμένος από τους φωταγωγούς και τις ταράτσες των άθλιων πολυκατοικιών που μεγαλώσαμε στο κέντρο της Αθήνας.

* Ώρα 1 παρά τη νύχτα. Στέκομαι και απολαμβάνω. Τους κοιτώ μετά από τόσα χρόνια μαζί και σκέφτομαι τη ζωή και το θάνατο. Μπορεί να ξαναγεννηθεί ό, τι πεθαίνει; Ζει με άλλη μορφή; Όλα για πόσο;

* Στο «Μικρό Αγόρι» αφέθηκα, έγινα! «Κανένας στα σχολεία δεν σου έμαθε τίποτα/και από τα τελευταία θρανία χάζευες τα σύννεφα», εγώ τι κάνω στο σχολείο σήμερα; Στο «Παζλ στον αέρα» θυμήθηκα τα κλειστά κλαμπ της συμφοράς, τα χαμένα βράδια, πρόσωπα που έχουν ξεθωριάσει σαν παλιές φωτογραφίες. Στη «Νέα Ζωή 705» διασταυρώθηκα με το δικό μου «Περισσός 605» που στα 16 μου ήταν το λεωφορείο-πέρασμα στην ελευθερία των Εξαρχείων και του κέντρου.

* 45 λεπτά έπαιξαν όλα κι όλα. Τόσο κράτησε και το φλερτ με την εφηβεία. Ύστερα ανέλαβαν οι dj. Έκατσα καμιά ώρα και έφυγα. Στις 03:00 έπεσα ξερός στο κρεβάτι για ύπνο.

* Αύριο γιορτάζει ο αδερφός μου.

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

Ο Δεκέμβρης μέσα από τα μάτια μου



Από αύριο 5 Δεκεμβρίου και μέχρι τις 9 Γενάρη θα βγάλουμε άπλυτα στη φόρα! Με αφορμή την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και τα "Δεκεμβριανά" που ακολούθησαν, ο Πανωλεθρίαμβος κάθε μέρα θα μεταγράφει ηλεκτρονικά τα χειρόγραφα του ημερολογίου που κρατούσε εκείνες τις νύχτες που όλα καίγονταν και φωτίζονταν τα μάτια μας. Τα ημερολόγια δεν αφορούν μόνο τη βίωση των γεγονότων, αλλά περιλαμβάνουν και τα συμφραζόμενα της εποχής σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο που ενδέχεται να φωτίσουν κάποιες πτυχές της εξέγερσης. Πάντα με γοήτευε η σύμφυρση του ατομικού με το κοινωνικό και αυτές οι ημερολογιακές καταγραφές νομίζω ότι έχουν κάτι που μπορεί να διαβαστεί σαν ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα. Σκόπιμα ξεκινώ από τις 5 Δεκέμβρη που ήταν για μένα μια εξαίσια και ξεχωριστή μέρα. Εναλλακτικό αφιέρωμα στον Δεκέμβριο του 2008 λοιπόν από αύριο στον Πανωλεθρίαμβο!!

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

Ο ρητορικός πατριωτισμός και «η ευγενής μας τύφλωσις»

Πάντα αυτό που ενοχλεί περισσότερο δεν είναι η πράξη καθαυτή όσο η υποκρισία. Σε κατάφωρη αντίφαση με ό, τι βιώνουμε ιστορικά, το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ ολοένα και περισσότερο τον τελευταίο καιρό παίζει με τις λέξεις έθνος και εθνικό συμφέρον. Ο νέος πατριωτισμός που ευαγγελίζεται, αποφλοιωμένος από τα σημαινόμενα της έννοιας πατρίδα, εξελίσσεται σε εκρηκτικό μείγμα στο κοινωνικό σώμα καθώς διασταυρώνεται με τον αφελή εθνικισμό και λαϊκισμό συνάμα, του Αντώνη Σαμαρά. Η «ευγενής μας τύφλωσις» επανέρχεται οξεία και σε κακή χρονική συγκυρία. Εκεί που τελειώνει η πολιτική, αρχίζει ο ρητορικός πατριωτισμός του Γιώργου Παπανδρέου. Πριν λίγες μέρες σ’ ένα γήπεδο μπάσκετ απευθυνόμενος σε ένα κλακαδόρικο ακροατήριο χαρακτήρισε αντιπατριωτική απόπειρα υπονόμευσης της χώρας την καταψήφιση του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές. Με λεκτικούς ακροβατισμούς περί…πάτρης, εντελώς κενούς πολιτικού περιεχομένου και ακόμη χειρότερα προκλητικά εκβιαστικούς προς το κοινωνικό σώμα, την ώρα που συλλογικά αναμετριόμαστε με μια ταπεινωτική εθνική πολιτική πραγματικότητα, ο δημαγωγικός πατριωτισμός του Παπανδρέου, σε αντίθεση με τον ουσιαστικό πατριωτισμό, που επέδειξε ο ιρλανδικός λαός για παράδειγμα προτιμώντας σύμφωνα με δημοσκόπηση τη στάση πληρωμών από την αποπληρωμή του χρέους, είναι εθνικά επικίνδυνος.

Και ενώ το δικομματικό σύστημα κάνει πως δεν βλέπει την κοινωνική έκρηξη που έρχεται, προετοιμάζει και προετοιμάζεται για την προοπτική οικουμενικής κυβέρνησης, για την επένδυση της νέας κατάστασης με τον μανδύα της εθνικής αναγκαιότητας. Από κοντά και οι νέες δυνάμεις του πολιτικού μας συστήματος. Η Δημοκρατική Συμμαχία και η Δημοκρατική Αριστερά προσέρχονται στο νέο σκηνικό με μπαγιάτικα πρόσωπα και ιδέες και μπόλικη τηλεοπτική σοβαροφάνεια. Σημειολογικά, μυρίζει κουτοπόνηρη συναίνεση αυτή η επίμονη αναφορά στους τίτλους της δημοκρατικότητας.

Και η Αριστερά; Τι κάνει για όλα αυτά; Η Αριστερά που έχει στον πυρήνα του αξιακού της οπλοστασίου την ιδέα της πατρίδας στην άυλη ρομαντική μορφή της, η Αριστερά που έχει ρίζες σπαρμένες στην εαμική αντίσταση και τον ριζοσπαστικό πατριωτισμό με έργα και όχι με ρητορείες, η Αριστερά των αριστερών που δίνουν περιεχόμενο στον πατριωτισμό υπερασπιζόμενοι το δημόσιο χώρο, τα κοινωνικά αγαθά, το εθνικό συμφέρον. Αυτή λοιπόν η Αριστερά τριχοτομεί την τρίχα. Κι ας το καταλαβαίνουν όλοι ότι δεν είναι η ώρα για διαπάλες και άγονες συγκρούσεις. Κι ας μην είναι τώρα η στιγμή να λυθούν τα υπαρξιακά της ζητήματα, κι  ας μην είναι η τώρα η στιγμή για μετρήσεις ιδεολογικών τεστ αριστερού DNA και επαναστατικής καθαρότητας. Ο κόσμος, και όχι μόνο της Αριστεράς, τη θέλει ενωμένη. Γιατί μόνο αυτό καταλαβαίνει. Και απαιτεί ένα ισχυρό μέτωπο σε σαφή και σταθερή αντιδικομματική κατεύθυνση, με κυβερνητική προοπτική, σε μια λογική υπέρβασης των σχημάτων και των μαγαζιών. Με τολμηρές αλλαγές στα πρόσωπα. Με τη στροφή σε αυτό το κομμάτι του κόσμου που αντιλαμβάνεται την πολιτική με άλλους όρους, με την είσοδο στην πολιτική των άξιων, των νέων και των κοινωνικά καταξιωμένων. Χαζεύεις όμορφο κόσμο στις πορείες. Γιατί να μένει πολιτικά μετέωρος αυτός ο κόσμος;

Η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού πρέπει να αρχίσει από την Αριστερά. Ας μην βαυκαλίζεται με το να πιστεύει ότι δεν αποτελεί μέρος της κρίσης. Να μη χαθεί κι αυτό το τρένο. Μας ενοχλούν και τα πρόσωπα και οι ηγεσίες και όλα. Όμως δεν είναι τώρα η ώρα για ξεκαθαρίσματα. Τώρα που η Ιστορία μας κλείνει το μάτι και με δεδομένη τη δραματική ανεπάρκεια του πολιτικού προσωπικού, είναι ώρα για πρωτοβουλίες ώστε να λάβει τέλος το υπαρξιακό δράμα του να έχουμε αριστερούς χωρίς Αριστερά. Η «ευγενής μας τύφλωσις» δυστυχώς δεν περιλαμβάνει μόνο τους πυλώνες του δικομματισμού. Περιλαμβάνει και την κατακερματισμένη ριζο-σπαστική Αριστερά.

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

Όχι, λάθος είχα κάνει

Πριν κάποια χρόνια, όχι δίχως αυθάδεια, είχα γράψει σε κάποιο νοτισμένο κείμενο: «Τη μόνη εξουσία που αποδεχόμαστε, τη μόνη τυραννία που αντιμετωπίζουμε αδιαμαρτύρητα, εμείς που διψάμε για ουρανούς ελευθερίας, είναι ο χρόνος». Όχι, λάθος είχα κάνει. Τώρα πια ξέρω. Δεν είναι ο χρόνος ο τύραννος. Το παρόν είναι. Το παρελθόν και το μέλλον έχουν λυτρωτικές και απελευθερωτικές διαστάσεις. Ενώ το παρόν φέρει τη στασιμότητα, το ψύχος, την αγωνία, την αβεβαιότητα. Αυτή τη γλυκιά βία, που με στωικότητα αποδεχόμαστε ήσυχοι όταν η σκέψη δομείται και δονείται από ανελέητη παροντικότητα

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

Πορτρέτο ενός μοναχικού αναρχικού, εξόριστου από πάντα

Χθες βράδυ, ανοίγοντας την τηλεόραση για ειδήσεις, έπεσα τυχαία πάνω σ’ ένα ντοκιμαντέρ με θέμα τον αγαπημένο μου Έλληνα σκηνοθέτη. Τον Νίκο Παπατάκη.

Μου έχει συμβεί τρεις φορές να ερωτευτώ κάτι γεροντικό. Τις δυο προηγούμενες φορές ήταν δια ζώσης, όταν κατά τη διάρκεια κάποιων συνεντεύξεων για το Έψιλον, αισθάνθηκα να ερωτεύομαι τα υγρά τρεμουλιαστά γκριζοπράσινα μάτια της Έλλης Παππά και την κελαρυστή φωνή της Εύας Κοταμανίδου. Ήμουν και στον χώρο τους, αισθάνθηκα να παραδίνομαι και για πρώτη φορά συνειδητοποίησα τόσο έντονα ότι ενδέχεται ο χρόνος να μην κατορθώσει να λεηλατήσει όλα τα τιμαλφή σου. Πίσω από ραγάδες, ρυτίδες και λαβωματιές μπορεί να υπάρξει και κάτι αναλλοίωτο, το πολύτιμο εκείνο μέταλλο που συνδέεται με το «είναι» σου. Χθες σκέφτηκα πάλι κάτι για το οποίο δεν χρειάζεται να σιγουρευτώ. Μονάχα σε δυο πράγματα μπορώ να παραδοθώ αφοπλισμένος. Στο βλέμμα και τη φωνή.

Χθες από τηλοψίας ερωτεύτηκα το σταθερό και σίγουρο βλέμμα του Παπατάκη και ένιωσα περήφανος που μ’ αρέσουν υπερβολικά οι ταινίες ενός ανθρώπου με τέτοια μάτια και ματιά. Τον έβλεπα για πρώτη φορά να μιλά και να κινείται και θαύμασα την αρρενωπή εφηβεία των 90 χρόνων του και το γερό του κόκκαλο. Σκέφτηκα μελαγχολικά πόσα ταξίδια, πόσοι άνθρωποι, πόσες εικόνες, πόσες ήττες, πόσες διαψεύσεις χρειάζονται για να σμιλευτεί αυτό το κοίταγμα. Σαν τον τοίχο στο Booze Cooperativa που με τον καιρό εξελίσσεται σε έργο τέχνης του αόρατου δημιουργού κυρίου Χρόνου.

Ήξερα καλά τις ταινίες του, οι Βοσκοί της συμφοράς (Patres du desordre) παραμένουν από τα πιο όμορφα πράγματα που έχει κάνει ποτέ Έλληνας σκηνοθέτης, αλλά χθες γνώρισα και τη ζωή του. Δεν έχω διαβάσει την αυτοβιογραφία του, «Όλοι οι δρόμοι προς την απόγνωση», αλλά μάλλον θα είναι η επόμενη αγορά βιβλίου που θα κάνω.

Έλληνας της διασποράς, γεννήθηκε πριν 90 χρόνια στην Αιθιοπία από πατέρα Έλληνα και μητέρα Αβησσυνή. Στα 14 έφυγε από το σχολείο και βρήκε καταφύγιο σε μια πόρνη. Όταν τον βρήκαν οι γονείς του, ο πατέρας του τον αλυσόδεσε 15 μέρες και ύστερα τον έστειλε εξορία στη Βηρυττό. Την περίοδο της νιότης του οι Ιταλοί αποικιοκράτες τον απέλασαν από την Αιθιοπία. Ήρθε το 1936 στη θλιβερή μεσοπολεμική Αθήνα του Μεταξά και δούλεψε δυο χρόνια σε ξενοδοχείο. Στο Παρίσι πέρασε τα χρόνια της Κατοχής και εκεί ζει μέχρι σήμερα. Μετά τον πόλεμο έγινε ιδιοκτήτης του περίφημου καμπαρέ «La Rose Rouge» στο οποίο εμφανίστηκαν ο Μαρσώ, ο Φερρέ, η Γκρεκό, ο Κενώ, ο Πρεβέρ, ο Κοκτώ. Αδερφικός φίλος του Ζαν Ζενέ, του Σαρτρ, της Μποβουάρ και όλης της αβανγκαρντίας του Saint Germain του ’50, αναγκάστηκε να φύγει από τη Γαλλία όταν στον πόλεμο της Αλγερίας βοηθούσε την «τρομοκρατική» F.N.L. Βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, γνώρισε τον Κασσαβέτης, τον ερωτεύτηκε παράφορα η Γερμανίδα τραγουδίστρια Niko που συνεργαζόταν με τους Velvet Underground και όταν πια γύρισε στην Ελλάδα το 1966 γύρισε τους «Βοσκούς» μια μοναχική ταινία στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, τον μακρινό και ξεχασμένο πρόγονο του «Κυνόδοντα» (ο «Κυνόδοντας» μου θύμισε τους «Βοσκούς», τους είδα πάλι πρόσφατα και το τσίμπημα που ένιωσα ήταν ίδιο όπως την πρώτη φορά, πράγμα σπάνιο με τα έργα τέχνης και όχι μόνο).

Στο ντοκιμαντέρ που πρόβαλε η ΕΡΤ, στην εξαίσια νυχτερινή ζώνη του Doc on air, και το οποίο επιμελήθηκαν ο Τίμων Κουλμάσης και η Ηρώ Σιαφλιάκη, ο γοητευτικός αυτός κύριος δίνει θαυμάσια απρόσμενες απαντήσεις. Μιλώντας για την αισθητική του κινηματογράφου που υποστηρίζει, παρουσιάζει τις ταινίες του ως όπλα ανατροπής και εξέγερσης. Αυτό που τον απασχολούσε πάντα ήταν η αναζήτηση της προσωπικής έκφρασης που να μη μοιάζει με άλλη και να μην εμπνέεται από άλλη. «Βάζω μια κραυγή εξέγερσης με τις ταινίες μου», θα πει κάπου. Κι όμως αυτή η κραυγή δεν είναι η προφανής, δεν υπάρχει ρεαλισμός στις ταινίες του, ούτε αριστερά επαναστατικά ταμπούρλα. Υπάρχει η αισθητική που σπάει σε κομμάτια την αφήγηση, η αισθητική της αλληγορίας, της ελλειπτικότητας πολύ μακριά από τις βαρετές αφηγήσεις του ρεαλισμού. Καμία σχέση με Ελλάδα δηλαδή.

Σταχυολογώ ωραία κομμάτια της συνέντευξης: «Είμαι εξόριστος από πάντα. Δεν μπορώ να ανήκω πουθενά. Έχω μια καχυποψία με τις ιδεολογίες. Κύριο θέμα στις ταινίες μου είναι η ταπείνωση και η εξέγερση. Όμως η εξέγερση στις ταινίες μου πρέπει να αποτύχει. Αλλιώς δεν θα είχε νόημα να κάνω ταινία. Ίσως η απόγνωση είναι πιο αναγκαία από την ελπίδα!

Τι είναι εξορία για σας; Να είμαι ξεκομμένος απ’ όλα. Είμαι εξόριστος από πάντα. Ο αγώνας μου ήταν πάντα μοναχικός»


Κάπως έτσι ξελασπώσαμε  από ένα αδιάφορο βράδυ Δευτέρας.

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

20.11.1981




Φυσούσε ένας μανιασμένος αέρας. Τα φθινοπωριάτικα ξερά φύλλα σηκώνονταν από τις άκρες του δρόμου λες και κάποιος δαίμονας ξύπνησε κάτω από την άσφαλτο. Στον 5ο όροφο του μαιευτηρίου «Λητώ» εκείνη δεν είχε ξυπνήσει ακόμη από τη νάρκωση. Μόλις είχε φέρει στον κόσμο ένα στρουμπουλό και ροδαλό αγοράκι 4 κιλών που αφού έκλαψε εθιμοτυπικά και αφού σκεπάστηκε στην αγκαλιά των άσπρων σεντονιών που έφερε η χαμογελαστή μαία, έκλεισε το στόμα του και περίμενε υπομονετικά να μεγαλώσει. Κανένας δεν πρόσεξε τότε αυτή την υπομονή του βρέφους.

Εκείνη ήταν ακόμη 19 ετών. Μέσα σ’ ένα χρόνο είχαν συμβεί τόσες αλλαγές στη ζωή της που δεν είχε προλάβει να καταλάβει τη μεταμόρφωσή της. Εκείνος δούλευε την προηγούμενη νύχτα, πάντα σερβιτόρος, και έφυγε βιαστικά από τη δουλειά του. Σε λίγο θα γινόταν πατέρας. Ένα λαϊκό ζευγάρι του 80 ήταν οι δυο τους. Κανείς τους δεν κατάλαβε τι δημιούργησαν, τι έφεραν στον κόσμο. Ούτε τον κόσμο στον οποίο το έφεραν είχαν καταλάβει. Γι’ αυτό και ζήσαν εν αγνοία ευτυχισμένοι.

Το αγοράκι «συνελήφθη» κάποια από τις νύχτες του μεγάλου σεισμού της Αθήνας, τον Φλεβάρη του ίδιου χρόνου. Οι γονείς του ήταν ανύπαντροι ακόμη και όταν έγινε ο γάμος, Δευτέρα του Πάσχα στο χωριό, η κοιλιά εκείνης είχε αρχίσει να φουσκώνει. Λίγες μέρες πριν τη γέννα, εκείνος έτρεχε στους δρόμους για την «Αλλαγή». Το ΠΑΣΟΚ ερχόταν ορμητικά στην εξουσία και τίποτα δεν μπορούσε να προβλέψει την οικτρή διάψευση τριάντα χρόνια μετά.

Το βρέφος πάντως έδειξε αμέσως τις διαθέσεις του. Χαμογελούσε προς πάσα κατεύθυνση, προτού αρχίσει να καταλαβαίνει τον κόσμο. Και παράλληλα άφηνε τα σάλια του σε όποιον το πλησίαζε. Κάποια χρόνια αργότερα περπατώντας στα κλειστά μαγαζιά της ρημαγμένης από την ύφεση πόλης του, θυμήθηκε το βλέμμα της μάνας του μπροστά στις βιτρίνες της οδού Λαρίσης, τότε που λαχταρούσε να το ντύσει με τα πιο αφράτα ρούχα αλλά το πορτοφόλι ήταν άδειο.

Ιτέας 5, Αμπελόκηποι. Το πρώτο του καταφύγιο. Μια φωλιά της αγάπης, ένας ιδιωτικός ουρανός. 29 χρόνια μετά, το αγοράκι, άντρας πια, της παντρειάς που λέει ο λόγος, θα έλεγε στους φίλους του καμαρώνοντας, ένα μεθυσμένο βράδυ, ότι ο ίδιος υπήρξε προϊόν έρωτα και πάθους και όχι μηχανικού σεξ και τυχαίου λάθους. Πάντα έτσι προσπαθούσε να εξηγήσει όσα συνέβαιναν στη ζωή του. Πίστευε στην αριστοτελική «εντελέχεια» και έβλεπε έναν τελεολογικό σκοπό γύρω από κάθε εκδήλωση της ζωής του. Του άρεσε να κρατάει τις λεπτομέρειες από τη σημειολογία των πραγμάτων. Και εκείνο το βράδυ που έκλεινε τα 29 του χρόνια ήθελε να βγει στους δρόμους και να φωνάξει σαν τον Μόχα του τραγουδιού: πείτε σε όλους ότι εγώ, εκείνο το βρέφος, ως τα σήμερα έζησα μια υπέροχη ζωή! Ρουφώ τον αέρα με τις μύτες, αλλά οι οσμές που μου έρχονται δεν μου είναι αρκετές. Όσο μεγαλώνεις τόσο πιο άχρηστες γίνονται οι λέξεις που έμαθες, τόσο πιο περιορισμένη είναι η ανάγκη να μιλάς. Τόσο πιο άχρηστα τα επιχειρήματα, τόσο πιο θαμπές οι εικόνες. Τόσο πιο βαθιά τα αισθήματα και τόσο πιο εναγώνια η αναζήτηση: τελικά, από ποιο παραμύθι το έσκασα;




*Μόχα= ήρωας του ομώνυμου τραγουδιού του Παύλου Παυλίδη. Πρόκειται για το ψευδώνυμο ενός μυθιστορηματικού τύπου ασήμαντου μυθιστορήματος που πέθανε στις φυλακές μιας αφρικάνικης χούντας καταδικασμένος επειδή κάθε φορά που είχε κάτι σημαντικό στο μυαλό του έβγαινε στο δρόμο και το φώναζε.

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

Το Πολυτεχνείο και οι εκτός κλίματος εξεγέρσεις

Αν υποθέσουμε ότι ισχύει ο αφορισμός του Καρούζου ότι η Ιστορία δεν σε περιμένει στη στάση του τρόλευ, τότε εύλογη είναι η απορία γιατί σήμερα στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων δεν κουνιέται φύλλο. Μετά τις 5 Μάη, ένα παρατεταμένο μούδιασμα έχει διαπεράσει εκείνο το τμήμα του κοινωνικού σώματος που εκδήλωσε, στιγμιαία, πολιτική συμπεριφορά πολίτη και όχι υπηκόου, που έκανε χρήση δηλαδή του δημοκρατικού δικαιώματος της πολιτικής ανυπακοής. Σήμερα που το μέλλον εμφανίζεται με βίαιο πρόσωπο και οργανώνεται ερήμην μας ένα νέο μοντέλο κοινωνίας, ολόκληρο το πολιτικό σύστημα και κυρίως οι κατά συνήθεια αποκαλούμενοι πολίτες-καταναλωτές κοιταζόμαστε μεταξύ μας ανήμποροι να αρθρώσουμε το παραμικρό instead of. Πριν προλάβουμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο, μας πρόλαβε και μας άλλαξε αυτός.

Η φετινή επέτειος του Πολυτεχνείου συναντιέται βασανιστικά με τη συγκυρία για να μας θυμίσει πώς η Ιστορία απογειώνεται όταν τα υποκείμενά της προσέρχονται στο ραντεβού μαζί της. Η εξεγερσιακή δυνατότητα παρουσιάζεται και πάλι ως προοπτική που μπορεί να γίνει κινητήριος μοχλός των πολιτικών εξελίξεων. Με δεδομένη την αίσθηση του αδιεξόδου και με ορατή την τάση να εμφανίζεται το μέλλον πιο άδηλο από ποτέ ως προς το πρόσημό του, η υπέρβαση της κρίσης αναζητά τη νέα μεθοδολογία που θα δώσει συντεταγμένες στην αμφισβήτηση.

Αυτή η ελληνική καταθλιπτική μανία με τις επετείους και τον πατροπαράδοτο εορτασμό μου προκαλεί αποφορά. Σήμερα που οι 18χρονοι απέχουν από το Πολυτεχνείο περισσότερο απ’ ό, τι η γενιά του Πολυτεχνείου από την Κατοχή και το ’40, το νόημα του εορτασμού του παραμένει μετέωρο και αναζητεί τις προσλαμβάνουσες που θα το διασαφήσουν και θα το επικαιροποιήσουν. Το νόημα του Πολυτεχνείου συμπυκνώνεται, κατ’ εμέ, στην προτροπή στους νέους να κυνηγάνε τους ανέμους και να μην πηγαίνουν μαζί τους. Το φαινόμενο που ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ονόμασε «αριστερή μελαγχολία», και μάλλον καθίσταται εν αφθονία στις μέρες μας, δεν πρέπει να το δούμε ως εμπόδιο στην όξυνση της αγωνιστικότητας αλλά ως δείκτη για την αξία και την ισχύ της λύπης ως παράγοντα που βοηθά να κοιτούμε με πιο καθαρό βλέμμα τα πράγματα. Είναι η μόνη ψυχική διάθεση από την οποία θα προκύψει ελπίδα και προοπτική ώστε οι εξεγέρσεις να μην γίνουν πάλι, εν γένει, εκτός του κλίματος. Όπως εκείνον τον ανολοκλήρωτο Δεκέμβρη του 2008.