Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Η Θάλασσα στο Σύνταγμα

Αλλόκοτο καλοκαίρι το φετινό. Μας κλείνει το μάτι η εξεγερσιακή προοπτική που διανοίγεται καλοκαιριάτικα σε μια εποχή που είχαμε συνηθίσει να ζούμε την εξέγερση των σωμάτων και να προετοιμάζουμε τις θερινές διακοπές στις θάλασσες και τα λαγκάδια της ελληνικής επικράτειας. Είχα τις υποψίες μου, αλλά τώρα πια το εμπέδωσα. Στις θάλασσες δεν βουλιάζαμε για να ζήσουμε αυτή την ψευδαίσθηση ελευθερίας και ολιγόωρης φυγής απο την πραγματικότητα. Πηγαίναμε και βάζαμε το κεφάλι μας κάτω από το νερό μπας και μπορέσουνε τα κύματα να πάρουν μακριά τη συννεφιά του βλέμματος, το ασύμμετρο βάρος της καθημερινότητας. Τώρα πια όμως δεν χρειαζόμαστε τη θάλασσα. Γιατί τώρα πλημμυρίζουν οι δρόμοι και οι πλατείες. Και πρέπει να είμαστε παρόντες.

Τώρα θα πάμε στην πλατεία Συντάγματος, γιατί έχουμε ραντεβού με την Ιστορία. Γιατί τώρα διαμορφώνεται ένα νέο συλλογικό υποκείμενο και όλες οι περίπλοκες ατομικές μονάδες του είμαστε ισάξιες συνιστώσες. Οφείλουμε να είμαστε εκεί και θα είμαστε. Γιατί τώρα είναι η ώρα της δράσης που χρόνια περιμέναμε όσοι δεν μας χωράγανε τα κομματικά στεγανά. Γιατί στις 15 Ιουνίου (πιθανή ημερομηνία ψήφισης του Μεσοπρόθεσμου στη Βουλή) πρέπει να είμαστε 1.000.000 άνθρωποι απέξω και τώρα πια είναι εφικτό! Και να ζητήσουμε:

1. πτώση της κυβέρνησης
2. εκλογές
3. κατεδάφιση της μνημονιακής πολιτικής και των συνοδοιπόρων προθύμων κομμάτων.
4. ενότητα της Αριστεράς σε ένα μίνιμουμ συμφωνιών και δυναμική προσέγγιση των φευγάτων από το ΠΑΣΟΚ με τη ριζοσπαστική Αριστερά
5. την ένταξη των σοβαρών διανοουμένων, που διατηρούν υψηλή αξιοπρέπεια και πατριωτικό αίσθημα, στο κίνημα με σοβαρές και ρεαλιστικές προτάσεις εθνικής ανασυγκρότησης. Από την οικονομία και την παιδεία μέχρι τους θεσμούς της Δικαιοσύνης και του Δημοκρατικού Πολιτεύματος. Όλα με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, στις γειτονιές και τους χώρους εργασίας.

Προς θεού, ούτε αυταπάτες τρέφω ούτε τα "χειμερινά ανάκτορα" βλέπω να πέφτουν. Προπαντός με αγανακτεί το θέαμα της χασισοκατάστασης και της τσίκνας από τα σουβλάκια, με ενοχλεί το κιτς θέαμα αλλά και η έλλειψη ενός κέντρου και ενός άξονα αναφοράς στο υποτίθεται διεκδικητικό μέτωπο του κινήματος που συχνά δείχνει να χάνεται στη μετάφραση του...διαδικαστικού. Μεταμοντέρνο πανηγύρι δείχνει ώρες ώρες το κίνημα και με ξενίζει, μου επαναφέρει τις αμφιβολίες και τους δισταγμούς. Με αγανακτεί το ίδιο η υποκρισία των διανοουμένων της Τρίτης, του Μίκη και ένιων που μοιάζουν απόγονοι των Λωτωφάγων. Δεν είναι αυτό που θέλουμε στο Σύνταγμα, όσοι παραμένουμε πιστοί στη γοητεία του λόγου, της οργανωμένης και συνειδητοποιημένης έκφρασης, του συγκροτημένου, του συγεκριμένου, του κοινωνικά ώριμου και επωφελούς.

Αλλά θα είμαστε εκεί. Γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Γιατί το κίνημα αυτό πρέπει να στηριχτεί, να ενισχυθεί και να παραμείνει στο πολιτικό παιχνίδι ως θετικός αστάθμητος παράγοντας. Ξέρω κάποιοι θέλουν εδώ και τώρα λύσεις. Λυπάμαι, αλλά ας μην περιμένουμε τρελά πράγματα. Το πιο ρεαλιστικό που ίσως διαφαίνεται είναι να επιβάλλει το κίνημα μια κατάσταση αλλαγής στη στάση των κομμάτων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Πολύ δύσκολα θα  προκύψει κάτι μέσα από τα αντιφατικά σπλάχνα του ίδιου του κινήματος. Το πολιτικό σύστημα αυτή τη στιγμή πατά σε απόλυτο κενό. Και η δημοκρατία, ως γνωστόν, τα απεχθάνεται αυτά.

Συνεπώς, απόψε το βράδυ, μετά τις 9, ο Πανωλεθρίαμβος σας δίνει ραντεβού στο Σύνταγμα. Θα είναι εκεί και η Ιστορία....

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Ο Παπάζογλου και η δεκαετία του ‘80



Υπάρχει κάτι πολύ γλυκό στον τρόπο με τον οποίο υποδέχτηκε η ταλαιπωρημένη χώρα μας τον θάνατο του Νίκου Παπάζογλου. Χωρίς τυμπανοκρουσίες και μεγαλοπρεπή αφιερώματα, ο Παπάζογλου προκάλεσε στις συνειδήσεις μας αυτό που δίδασκε με το ήθος και το ύφος του. Μας ανάγκασε να μιλήσουμε γι’ αυτόν με τη φωνή του και να κοιτάξουμε για λίγο με το βλέμμα του, με τον τρόπο δηλαδή που ο ίδιος προσέγγιζε τον κόσμο: χαμηλόφωνα, απλά και με συνεσταλμένη αξιοπρέπεια. Πέτυχε να γίνει αντικείμενο συζήτησης στις παρέες, χωρίς να μιλούν γι’ αυτόν με επικές κουβέντες και βαριά ρητορική, αλλά θρηνώντας υπόκωφα και ψιθυριστά το χαμό ενός πολύ αγαπημένου καλλιτέχνη. Αυτός ο τόπος τουλάχιστον δεν έχει ξεχάσει τους αβρούς τρόπους της θρηνωδίας.

Ο Νίκος Παπάζογλου υπερέβαινε την εποχή του, που τον στένευε σαν δυσάρεστος κορσές. Ο ίδιος ήταν έτη μπροστά από τη Μεταπολίτευση που τον ανέδειξε, πόσο μάλλον από τη χαμένη δεκαετία του 1980 με την ανυπόφορη ισοπέδωση που προκάλεσε το ΠΑΣΟΚ στην έννοια του λαϊκού, Ο Παπάζογλου είχε ανακαλύψει το εναλλακτικό προτού αυτό γίνει trendy alternative από ημιμαθή μειράκια των Αθηνών. Σύμφυρε μέσα του το λαϊκό και το λόγιο, το ρεμπέτικο με το ροκ, το απολλώνιο με το διονυσιακό, το ελληνικό με το κοσμοπολίτικο, την Ανατολή με τη Δύση. Με το μουσικό ύφος και με το ανθρώπινο ήθος του έδειξε πως μπορείς ως άνθρωπος να στέκεσαι ακομπλεξάριστα απέναντι στην παράδοση και το μοντέρνο, χωρίς εκζήτηση και αλαζονεία, έδειξε πως μπορείς να κουμαντάρεις και να χωνέψεις τις πιο παράξενες αντιφάσεις και να αποτελέσεις ως άνθρωπος και κατ’ επέκταση ως κοινωνία ένα πεδίο δοκιμών και πειραματισμών ελεύθερο και ανοιχτό στην ομορφιά, απ’ όπου κι αν προέρχεται. Υπέδειξε έγκαιρα τον πίσω δρόμο που οδηγεί στην «εκδίκηση της γυφτιάς» εκεί που το «θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό» μετατρέπεται σε πυξίδα ζωής και χαραμάδα ελευθερίας.

Η προσφορά του στη μουσική μένει να αποτιμηθεί από τους αρμόδιους. Εγώ όμως ξέρω ότι χωρίς τον Παπάζογλου και τη σχολή που δημιούργησε (αλήθεια τι ανώτερο από το να είσαι Δάσκαλος) ονόματα όπως Μάλαμας, Παπακωνσταντίνου, Ιωαννίδης, Περίδης, Θηβαίος κ.λ.π. θα ήταν άγνωστα σε μας και το ελληνικό τραγούδι που πια πειραματίζεται έχοντας λύσει υπαρξιακά διλήμματα και αγκυλώσεις, δεν θα ήταν το ίδιο. Μας συνιστούν τα ετερόκλητα είχε γράψει κάποτε σε έναν δίσκο του. Ο Παπάζογλου με τον τρόπο του, απ’ το παλιό καλό χαρμάνι της παράδοσης, του ρεμπέτικου και της λαϊκής ψυχής, μας δίδαξε ότι είναι νόμιμο να συγκερνάς αντιθέσεις. Δεν είναι μεταμοντέρνο. Μεταμοντέρνα είναι η ισοπέδωση. Γι’ αυτήν ευθύνονται άλλοι.

Σε πιο προσωπικό επίπεδο μιλώντας, στις δύσκολες εποχές του «όλα πάνε με όλα», στα δικά μας εφηβικά χρόνια που είχαν ως κυρίαρχα πρότυπα γύρω μας Κλικ, Μύκονο και ιδιωτική τηλεόραση, ο Νίκος Παπάζογλου με τα τραγούδια του, που ήταν κοινής αποδοχής, κράτησε κόσμο και κοσμάκη σε μια συνετή επαφή με τη γνησιότητα της λαϊκής ψυχής. Για μας τα αγοράκια, τα τραγούδια του  όρισαν εναλλακτικά την αρσενικότητα παραδίδοντας μαθήματα λαϊκής αισθηματικής αγωγής στην εποχή της «ρευστής αγάπης», όπως τη χαρακτηρίζει ο Ζύγκμπουντ Μπάουμαν. Να μιλάς όταν έχεις κάτι να πεις (5 προσωπικοί δίσκοι σε 35 χρόνια και βέβαια τηλεοπτικά σχεδόν ανύπαρκτος), να ανοίγεις δρόμους και να αναγνωρίζεις το καλό, να αποζητάς την ατμόσφαιρα, να δίνεις με ειλικρίνεια ψυχής, να δακρύζεις με δωρική αξιοπρέπεια χωρίς  το δάκρυ σου να γίνεται κλάψα.

Για όσους από μια υπεροπτική και κοσμοπολίτικη σκοπιά προσπερνούν αυτό το είδος τραγουδιού που λέγεται «έντεχνο λαϊκό» και το στιγματίζουν με την κατηγορία της μαυρίλας τι να πεις… Όποιος δεν μπορεί να ξεχωρίσει τη γνησιότητα του αισθήματος από το faux, μάλλον, είναι συναισθηματικά φτωχός. Αναμφίβολα κακοποιήσεις υπήρξαν. Και κακές μιμήσεις επίσης.  Όμως πάντοτε το πρόβλημα στην τέχνη δεν υπήρξε ο Καρυωτάκης αλλά ο καρυωτακισμός.

Οι λυγμικές απολήξεις της φωνής του, αυτό το ήπιο κλάμα, η φωνή που μοιρολογούσε ακόμα και στη χαρά, ακόμα και στο ανατολίτικο τσιφτετέλι (ως Ηπερώτες ξέρουμε από το γάλα της μάνας μας να κλαίμε στη χαρά), η βυζαντινή θρησκευτικότητα και η βαθιά αίσθηση ότι είσαι ξένος και απόκληρος, η γελαστή εφηβικότητα στο εξώφυλλο της «Γυφτιάς», θα μας συντροφεύουν στις πιο προσωπικές και μουσικές μας διαδρομές.

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Κουρασμένη, αλλά Άνοιξη

Φλέγεται κανείς;


Αν κρίνω από τις συζητήσεις στις ταβέρνες και τα μπαρ, μάλλον βιώνουμε μια περίοδο σιγανής απομάκρυνσης από το πάθος, το θάμβος και τους εσωτερικούς κρότους. Πλέον, οι ιστορίες καθημερινής τρέλας και συλλογικής παράκρουσης πληθαίνουν τριγύρω και δεν αποφεύγεται η διασταύρωσή μας με κάποιο ανθρώπινο δράμα, απόλυσης, ανεργίας ή δυσκολίας, που σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με τη μετα-μνημονιακή μας πραγματικότητα.

Όμως, έρχεται Άνοιξη, έστω ταλαιπωρημένη, έστω βαρύθυμη, έστω σερνάμενη. Εαρ αειπάρθενο, καταπώς το ήθελε ο Καρούζος, και έρχεται η ώρα να σκορπίσουμε και πάλι το αίμα μας σε πολύτιμες τρέλες. Η ανάγκη για αυτοάμυνα προκαλεί την επιθυμία για σωματική διέξοδο από τα συμπαρομαρτούντα της κρίσης.

Γιατί θα πρέπει να ομολογήσουμε ευθαρσώς, δίνοντας ο ένας οξυγόνο στον άλλο, ότι σ' αυτή την οικονομική, πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική κρίση, δεν της επιτρέψαμε, κάποιοι που ακόμη τιναζόμαστε σε απροσδόκητα τσιμπήματα, να γίνει κρίση σωματική και κρίση βλέμματος. Συνεχίζουμε, να διαβάζουμε, να γράφουμε, να βλέπουμε βαθιά, να ακούμε μ' ανοιχτά αυτιά, να συζητάμε γύρω από μπουκάλες, να φιλάμε, να αφήνουμε κομμμάτια ύπαρξης εδώ κι εκεί, όπου μας στέλνει ο πεπρωμένος κόσμος μας.

Κάποιοι φίλοι νοίκιασαν νέο σπίτι, ένας κολλητός απολύεται στη Λήμνο, ένας άλλος σμίγει ημιπαράνομα με έναν ωραίο πόθο στο Ιόνιο, ο άλλος την Τρίτη του Πάσχα βαφτίζει τα δίδυμα κοριτσάκια του, ένας αγαπητός καθηγητής Πανεπιστημίου ετοιμάζει διάλεξη για τον "ρόλο του διδάσκοντος στην άγονη εποχή του σκεπτικισμού-μηδενισμού", ο άλλος βρήκε καινούργια φιλαράκια και παίζουν τις νύχτες σε ένα σπίτι μακριά από την Αθήνα Θανάση Παπακωνστανίνου. Και εμείς εδώ είμαστε, ανοίγουμε τα πουκάμισα, αναμένουμε τον ήλιο, αλλά και εμάς μας περιμένουν οι θάλασσες, έτοιμοι για νέα αινίγματα και ανοίγματα στις ξέθολες γραμμές των οριζόντων. Χθες, στο Black Duck της Πλατείας Καρύτση, σε λιτό και ατμοσφαιρικό δείπνο δυο ατόμων, ενός αρσενικού και ενός θηλυκού, πίνοντας ροζέ "Βιβλία Χώρα" ξετυλίχτηκαν οι εικόνες της εαρινής αισιοδοξίας. Φεύγοντας, η φωνή της Εντιτ Πιάφ όλο και πιο δυνατή καθώς πλησιάζαμε και καθώς η βροχή πασπάλιζε τους δρόμους, μας οδήγησε σε μπάρ-τρύπα για δυο βιαστικές σφήνες, όσο κρατάει ένα τραγούδι. Η νύχτα έκλεισε στο γνώριμο στέκι με τη λαίλαπα να παίρνει εκδίκηση.

Ανέκδοτος Μίλτος Σαχτούρης:

ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ
Έρχεται φέτος κουρασμένη
η Άνοιξη
κουβαλάει τόσα χρόνια
τα λουλούδια πάνω της

Σκοτεινοί άνθρωποι
στις γωνιές την παραμονεύουν
για να την τσακίσουν

αυτή όμως
με κρότο
ανάβει ένα ένα
τα λουλούδια της
στα μάτια τους τα ρίχνει
να τους στραβώσει.



Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

ΑΝΥΠΟΧΩΡΗΤΑ ΑΥΘΑΔΗΣ



Στροβιλίζομαι σε μια δίνη από γεγονότα που αδυνατώ να διαχειριστώ. Είπα να πάψω να γράφω για λίγο, αφού και η γραφή-μυθοποιημένη κι αυτή, όπως τόσα άλλα- έγινε κι αυτή πληγή. Ανήκω στο είδος των Σκορπιών που για να μην τσιμπήσουν τον άλλον αυτοδηλητηριάζονται λαίμαργα, οπότε τελευταία μηρυκάζω το αίμα μου.

Αισθάνομαι να έχει στερεοποιηθεί γύρω μου μια λάβα υπερεκχειλισμένη, από ένα ηφαίστειο που κάπνιζε καιρό. Έφτασα στα 30 για να βιώσω τώρα μια ετεροχρονισμένη αγωνία για τη σχέση της ατομικής μου ταυτότητας με την κοινωνική πολλαπλότητα. Με απειλεί η ραδιενέργεια της εποχής και του τόπου μου, που ενίοτε του αισθάνομαι να είμαι βάρος και ενίοτε τον αισθάνομαι πάνω μου σαν βάρος. Αν, όπως λέγεται, είμαι ένα προβληματικό και προβληματισμένο άτομο που μάλλον σε άλλη εποχή ζει και άλλη εποχή βιώνει, οφείλω απέναντι στην ιστορία μου τη σιωπηλή παραδοχή της ήττας. Άλλωστε, τόσα χρόνια γι’ αυτή προετοιμαζόμαστε και ας μη θέλαμε να το πιστέψουμε, με τα διαβάσματα, τα ακούσματα και τις κρίσιμες επιλογές της ζωής μας, επαγγελματικές και προσωπικές. Για να είναι γαλήνια και σώφρων τώρα η αντιμετώπιση. Επικεφαλής ενός ρομαντικού σχεδίου για τη ζωή που κατά βάθος, ίσως, δεν χωρά άλλους, επέμενα με δονκιχωτικό πάθος να συντονίζω τους πόθους μου με την ηθική της ευθύνης, αισθανόμενος υπόλογος τόσο στον Κάντ όσο και στον Φουκώ.

Τώρα, τα περήφανα άλογα, οι επιθυμίες μου, γονάτισαν χάμω.

Θα περιμένω την Άνοιξη και τις θάλασσες, θα περιμένω την αλλαγή τριγύρω και μέσα, γιατί έτσι έχω μάθει και αυτό το «έτσι έχω μάθει» θέλω να είναι το τελευταίο μου καταφύγιο. Ο καιρός του κυνηγιού έχει αρχίσει όμως. Ποιος θέλει να είναι κοτσύφι σε τέτοιους καιρούς;


…………….
…………….
…………….

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Ατύχημα

Μια φορά κι έναν καιρό ένα τεράστιο παιδί μου χάρισε το ζεστό της αίμα/
και μπήκα στο παραμύθι της σαν λευκός κύκνος/
από το παράθυρο/
όμως εκείνη ήταν άγγελος/
και κρύωνε/
και δεν άντεχε το παράλογο/
και τα βράδια που ανάβαμε τζάκι στο κρεβάτι της/
καίγονταν τα φτερά της/
κι εγώ είχα αστάθεια στο βλέμμα/
όμως εκείνη κάτι βρήκε και ερωτεύτηκε/
τη φωνή μου/
εγώ πάλι τα κόκκινα μάτια της/
κι εκείνη μου σκελέτωνε το μέλι που έσταζα/
έκοβε με το μαχαίρι και μοίραζε τα λόγια μου/
γιατί σαν άνεμος και νερό που ήταν/
της άρεσαν τα τραγούδια και/
ήξερε από την παλιά ζωή της/
«πως ένα κορμί δεν είναι μόνο αγκαλιά/
είναι μια πατρίδα που θα γίνει/
ξενητιά»/.

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

Καρυωτάκης, ειρωνεία, σήμερα

                                                                                                    Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω,
                                                                                                    ανίατα μεσοπόλεμος.
                                                                                                                             Βύρων Λεοντάρης

                                                                                          
Το 1938 ο Γιώργος Θεοτοκάς αναρωτιόταν χαιρέκακα: «Αν θελήσουμε όμως να κάνουμε αφαίρεση όλης αυτής της επεισοδιακής συναισθηματολογίας, αν προσπαθήσουμε να κρίνουμε το έργο καθεαυτό, χωρίς καμία προσωπική προκατάληψη υπέρ ή κατά και με αυστηρά πνευματικά κριτήρια, όπως αρμόζει να κρίνουνται τα έργα τέχνης, τι θα μείνει από τον Καρυωτάκη ως ποιητή;» Αμείλικτο το ερώτημα. Ωστόσο, ο ιδεολογικός μανιφεστάρχης της Γενιάς του ’30, προτού το διατυπώσει,  θα μπορούσε ίσως να λάβει υπόψη του μια, έμπλεη αυτοειρωνείας, απάντηση που είχε δώσει ο ίδιος ο Καρυωτάκης σε ανύποπτο χρόνο:

«Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι,
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς
τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,
κι όταν φέρνουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός.»
                              («Υστεροφημία», Ελεγεία και Σάτιρες, 1927)

Προφανώς η τελευταία φωτογραφία του καταραμένου ποιητή που μας επισκέπτεται σε κάθε εθνική ή ατομική ύφεση.
Πρέβεζα, 21 Ιουλίου 1928
Ο Καρυωτάκης εισέβαλε στην Ποίηση με απελπισία και σχεδόν νομοτελειακά. Δεν είδε την Ποίηση σαν ένα πεδίον δόξης λαμπρόν, αλλά σαν φυσική διέξοδο της απομάκρυνσής του από την πραγματικότητα που πληγώνει ασύμμετρα:

«Μας διώχνουνε τα πράγματα, κ’ η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.»
                                  («Είμαστε  κάτι…», Ελεγεία και Σάτιρες)

Όμως, η Ποίηση, για τον προώρως υποψιασμένο Καρυωτάκη, κατέληξε σύντομα μια τραγική απάτη και αυτή η παραδοχή εκ μέρους του συνιστά το αφετηριακό σημείο της σαρωτικής ειρωνείας που επιφυλάσσουν οι  στίχοι του  απέναντι σε κάθε σοβαροφανή εκδήλωση του ανθρώπινου πνεύματος. Διακρίνω τρεις μορφές καρυωτακικής ειρωνείας:
α) προς την αξία και τον ρόλο της ποίησης,
β) προς την κοινωνική πραγματικότητα,
γ) προς την αδυναμία ολοκλήρωσης του ανθρώπου (αυτοειρωνεία).

Ποτέ πριν τον Καρυωτάκη η Ποίηση δεν είχε απειληθεί περισσότερο από έναν τέτοιο διαλυτικό σαρκασμό («Η σκέψις, τα ποιήματα,/βάρος περιττό»). Ποτέ πριν η συνοφρυωμένη διανόηση και ο ποζάτος στοχασμός δεν είχαν αντιμετωπίσει τέτοιον εσωτερικό εχθρό-δυναμίτη στα θεμέλιά τους, τέτοια επιθετική απομυθοποίηση:

«Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός,
γυρεύοντας ομοιοκαταληξία.»
                                   («Όλοι μαζί…», Ελεγεία και Σάτιρες,)

Σε κάθε περίπτωση, η ειρωνεία στον Καρυωτάκη γίνεται το παρδαλό ένδυμα της μελαγχολίας. Η απαισιοδοξία, η ματαιότητα και ο θάνατος είναι, βέβαια, σταθερά μοτίβα της ποίησής του. Η νεοελληνική μιζέρια και υποκρισία καθρεφτίζονται στην ποιητική συνείδηση του Καρυωτάκη, όμως, σαν αποσταγμένες ατομικές ψυχικές καταστάσεις. Στον Καρυωτάκη η μελαγχολία και η απαισιοδοξία πρέπει να εκληφθούν ως προϋποθέσεις της ειρωνείας. Η ειρωνεία καθίσταται έτσι η εφαρμοσμένη ηθική και αισθητική της ποίησής του. Οι λυγμικές απολήξεις της μελαγχολίας του τιθασεύονται και εκτονώνονται με την ειρωνεία. Και η παρακμή γίνεται το περίγραμμα, εντός του οποίου εξαπολύεται η κοινωνική σάτιρα του ποιητή. Που προφανώς αισθανόταν να τον συντρίβει το περιβάλλον και η εποχή του. Και που αναμετριόταν δραματικά με τους ανθρώπους, το στίχο, το μέτρο και τη γλώσσα. Η πορεία από τον Πόνο του Ανθρώπου και τα Νηπενθή ως τις Σάτιρες είναι η διαδρομή μιας συνείδησης που  δεν μπόρεσε να ζήσει σε κατάφαση με τον καιρό της. Είναι, άραγε, τόσο μεγάλη η απόσταση αυτής της διαδρομής; Πιστεύω πως όχι. Η ειρωνεία απέχει από τη μελαγχολία μόλις ένα, αλλά κρίσιμο, σκαλί.

Το μόνο ζωογόνο στοιχείο σ’ αυτή τη διάστικτη από θανατόπνοο ήθος ποίηση είναι η ανατρεπτική ειρωνεία. Χάρη σ’ αυτή, τα ποιήματά του αναπνέουν και απογειώνονται. Η ειρωνεία στέκεται πάνω από τη μελαγχολία και είναι το κομβικό στοιχείο μιας ανεπανάληπτης ποιητικής έκφρασης. Η ποίηση του Καρυωτάκη καθίσταται υψηλής αξίας αισθητικό γεγονός, αφ’ ης στιγμής ο λόγος αυτοϋπονομεύεται και σαρκάζεται με επιθετικότητα. Η ειρωνεία στον Καρυωτάκη, προϊόν μιας οξύνοιας τραγικής που την αναγνώρισε μέχρι και ο Καραντώνης, τον οδήγησε στις εσχατιές της θλίψης. Από εκεί πέρασε στα όρια της σιγής.
                                                        
                                                                * * *
Η φωνή του είναι ψίθυρος ενοχλητικός που φλερτάρει με το βυθό της αβύσσου. Είναι μια πρόκληση προς τον «κοινό» άνθρωπο της μάζας, με την «μικράν, κατάπτυστον ψυχήν» και την «ιδιοτελή καρδίαν», όπως έγραψε ο ίδιος στο «Εις Ανδρέαν Κάλβον». Ο Καρυωτάκης υπήρξε προνομιακός συνομιλητής της μελαγχολίας και βυθομετρητής απύθμενων ναυαγίων. Γι’ αυτό γοητεύει τους νέους και όχι για τον πεισιθάνατο συναισθηματισμό του που, χωρίς τη σαρκαστική διάθεση, θα μπορούσε να εκληφθεί και ως νερόβραστος νοσταλγισμός. Ο Καρυωτάκης χωρίς την ειρωνεία δεν θα ήταν μείζων ποιητής. Ο μοντερνισμός του συνίσταται σε αυτό το μεγαλοπρεπές ειρωνικό κοίταγμα, σε αυτή τη γραφή που αποθεώνει την αμφιβολία σαν την πιο μεγάλη βεβαιότητα, καθώς την ήθελε κι ο Μπρέχτ.

Η μεγάλη προσφορά του Καρυωτάκη στο νεοελληνικό ψυχισμό είναι ότι μας συμφιλίωσε με την παρακμή και τη μελαγχολία. Μαζί με τον Καβάφη υπήρξαν οι ποιητές που εξέφρασαν αισθητοποιημένη τη μολυσμένη ατμόσφαιρα του νεοελληνικού κρατιδίου. Ο Καρυωτάκης συνομιλεί ατμοσφαιρικά με τον Καβάφη (τον άλλο μεγάλο ειρωνικό) σε στίχους όπως: 

«Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε»

ή

«Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε».
                                       («Είμαστε κάτι…», Ελεγεία και Σάτιρες)

Ο συγκλονιστικός «Μιχαλιός», με το αντιπολεμικό αλλά και βαθύτατα κοινωνικό του περιεχόμενο, είναι ο αντιήρωας που συναντιέται στο διακειμενικό πεδίο με τον ρίψασπι του περίφημου ελεγειακού δίστιχου του Αρχίλοχου. Θεωρώ αυτό το ποίημα απαύγασμα της πικρής ειρωνείας του Καρυωτάκη και διαχρονικό κλείσιμο του ματιού προς κάθε σημαδεμένο απ’ τον καιρό, που «δε μπόρεσε να μάθει καν το ¨επ’ ώμου¨» και ένιωσε κάποτε ότι δεν τον χωρά ο τόπος, γιατί:

«Ήταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος»

                                                             *********
Τώρα θα κάνω τη γενίκευση. Γιατί μας αφορά σήμερα ο Καρυωτάκης; Τι προσδοκίες γεννά στον ανυποψίαστο, ίσως, νέο αναγνώστη της ποίησης; Μπαίνω συχνά στον πειρασμό να κατοχυρώσω έναν περιεκτικό χαρακτηρισμό για έναν συγγραφέα που αγαπώ. Καταθέτοντας έναν παρακινδυνευμένο αφορισμό θα έλεγα πως ο Καρυωτάκης είναι, σήμερα, ποιητής της εθνικής αυτογνωσίας, μιας πατρίδας που ζει εθνικά και συλλογικά ένα παρατεταμένο ΄22 χωρίς προσφυγιά. Γι’ αυτό δεν τον κατανόησε η γενιά του ’30 που βαυκαλιζόταν με το να πιστεύει σ’ ένα θολό εθνοκεντρικό όραμα. Ενώ τον Καρυωτάκη τον συνέτριβε η ελληνική φύσις με τις λερές «Πρέβεζες». Ο Καρυωτάκης μας έβαλε τον καθρέφτη κατάμουτρα χωρίς παραμορφωτικούς φακούς. Γι’ αυτό και είναι ο ποιητής που απωθούμε, αλλά ριζωμένος καθώς είναι στο συλλογικό μας υποσυνείδητο, όσο τον απωθούμε τόσο επανέρχεται πιο απειλητικός και αποκαλυπτικός.

Όσοι έχουμε το μάτι μας υγρό και μέσα μας τον Άδη, θα γοητευόμαστε πάντα από την ποίηση του Καρυωτάκη, του Μεγάλου Ειρωνικού. Ο ποιητής που είδε τη ζωή σαν αξημέρωτη νύχτα και χάιδεψε τα σκοτάδια της ψυχής του θα είναι διαχρονικά παρών σε κάθε εθνική και ατομική ύφεση. Και για τον κόσμο του σήμερα, που πορεύεται χωρίς πίστη κι αγάπη, χωρίς έρμα και χρυσή πανοπλία, λάφυρο του ανέμου, ο Καρυωτάκης είναι ποιητής σημαδιακός.

 Η ελπίδα και η νεότης παραμένουν έννοιες αφηρημένες. Και το ερώτημα τόσα χρόνια μετά παραμένει το ίδιο:

 «Θα βρούμε τουλάχιστον το βυθό της αβύσσου;»