Από αύριο 5 Δεκεμβρίου και μέχρι τις 9 Γενάρη θα βγάλουμε άπλυτα στη φόρα! Με αφορμή την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και τα "Δεκεμβριανά" που ακολούθησαν, ο Πανωλεθρίαμβος κάθε μέρα θα μεταγράφει ηλεκτρονικά τα χειρόγραφα του ημερολογίου που κρατούσε εκείνες τις νύχτες που όλα καίγονταν και φωτίζονταν τα μάτια μας. Τα ημερολόγια δεν αφορούν μόνο τη βίωση των γεγονότων, αλλά περιλαμβάνουν και τα συμφραζόμενα της εποχής σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο που ενδέχεται να φωτίσουν κάποιες πτυχές της εξέγερσης. Πάντα με γοήτευε η σύμφυρση του ατομικού με το κοινωνικό και αυτές οι ημερολογιακές καταγραφές νομίζω ότι έχουν κάτι που μπορεί να διαβαστεί σαν ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα. Σκόπιμα ξεκινώ από τις 5 Δεκέμβρη που ήταν για μένα μια εξαίσια και ξεχωριστή μέρα. Εναλλακτικό αφιέρωμα στον Δεκέμβριο του 2008 λοιπόν από αύριο στον Πανωλεθρίαμβο!!
Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010
Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010
Ο ρητορικός πατριωτισμός και «η ευγενής μας τύφλωσις»
Πάντα αυτό που ενοχλεί περισσότερο δεν είναι η πράξη καθαυτή όσο η υποκρισία. Σε κατάφωρη αντίφαση με ό, τι βιώνουμε ιστορικά, το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ ολοένα και περισσότερο τον τελευταίο καιρό παίζει με τις λέξεις έθνος και εθνικό συμφέρον. Ο νέος πατριωτισμός που ευαγγελίζεται, αποφλοιωμένος από τα σημαινόμενα της έννοιας πατρίδα, εξελίσσεται σε εκρηκτικό μείγμα στο κοινωνικό σώμα καθώς διασταυρώνεται με τον αφελή εθνικισμό και λαϊκισμό συνάμα, του Αντώνη Σαμαρά. Η «ευγενής μας τύφλωσις» επανέρχεται οξεία και σε κακή χρονική συγκυρία. Εκεί που τελειώνει η πολιτική, αρχίζει ο ρητορικός πατριωτισμός του Γιώργου Παπανδρέου. Πριν λίγες μέρες σ’ ένα γήπεδο μπάσκετ απευθυνόμενος σε ένα κλακαδόρικο ακροατήριο χαρακτήρισε αντιπατριωτική απόπειρα υπονόμευσης της χώρας την καταψήφιση του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές. Με λεκτικούς ακροβατισμούς περί…πάτρης, εντελώς κενούς πολιτικού περιεχομένου και ακόμη χειρότερα προκλητικά εκβιαστικούς προς το κοινωνικό σώμα, την ώρα που συλλογικά αναμετριόμαστε με μια ταπεινωτική εθνική πολιτική πραγματικότητα, ο δημαγωγικός πατριωτισμός του Παπανδρέου, σε αντίθεση με τον ουσιαστικό πατριωτισμό, που επέδειξε ο ιρλανδικός λαός για παράδειγμα προτιμώντας σύμφωνα με δημοσκόπηση τη στάση πληρωμών από την αποπληρωμή του χρέους, είναι εθνικά επικίνδυνος.
Και ενώ το δικομματικό σύστημα κάνει πως δεν βλέπει την κοινωνική έκρηξη που έρχεται, προετοιμάζει και προετοιμάζεται για την προοπτική οικουμενικής κυβέρνησης, για την επένδυση της νέας κατάστασης με τον μανδύα της εθνικής αναγκαιότητας. Από κοντά και οι νέες δυνάμεις του πολιτικού μας συστήματος. Η Δημοκρατική Συμμαχία και η Δημοκρατική Αριστερά προσέρχονται στο νέο σκηνικό με μπαγιάτικα πρόσωπα και ιδέες και μπόλικη τηλεοπτική σοβαροφάνεια. Σημειολογικά, μυρίζει κουτοπόνηρη συναίνεση αυτή η επίμονη αναφορά στους τίτλους της δημοκρατικότητας.
Και η Αριστερά; Τι κάνει για όλα αυτά; Η Αριστερά που έχει στον πυρήνα του αξιακού της οπλοστασίου την ιδέα της πατρίδας στην άυλη ρομαντική μορφή της, η Αριστερά που έχει ρίζες σπαρμένες στην εαμική αντίσταση και τον ριζοσπαστικό πατριωτισμό με έργα και όχι με ρητορείες, η Αριστερά των αριστερών που δίνουν περιεχόμενο στον πατριωτισμό υπερασπιζόμενοι το δημόσιο χώρο, τα κοινωνικά αγαθά, το εθνικό συμφέρον. Αυτή λοιπόν η Αριστερά τριχοτομεί την τρίχα. Κι ας το καταλαβαίνουν όλοι ότι δεν είναι η ώρα για διαπάλες και άγονες συγκρούσεις. Κι ας μην είναι τώρα η στιγμή να λυθούν τα υπαρξιακά της ζητήματα, κι ας μην είναι η τώρα η στιγμή για μετρήσεις ιδεολογικών τεστ αριστερού DNA και επαναστατικής καθαρότητας. Ο κόσμος, και όχι μόνο της Αριστεράς, τη θέλει ενωμένη. Γιατί μόνο αυτό καταλαβαίνει. Και απαιτεί ένα ισχυρό μέτωπο σε σαφή και σταθερή αντιδικομματική κατεύθυνση, με κυβερνητική προοπτική, σε μια λογική υπέρβασης των σχημάτων και των μαγαζιών. Με τολμηρές αλλαγές στα πρόσωπα. Με τη στροφή σε αυτό το κομμάτι του κόσμου που αντιλαμβάνεται την πολιτική με άλλους όρους, με την είσοδο στην πολιτική των άξιων, των νέων και των κοινωνικά καταξιωμένων. Χαζεύεις όμορφο κόσμο στις πορείες. Γιατί να μένει πολιτικά μετέωρος αυτός ο κόσμος;
Η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού πρέπει να αρχίσει από την Αριστερά. Ας μην βαυκαλίζεται με το να πιστεύει ότι δεν αποτελεί μέρος της κρίσης. Να μη χαθεί κι αυτό το τρένο. Μας ενοχλούν και τα πρόσωπα και οι ηγεσίες και όλα. Όμως δεν είναι τώρα η ώρα για ξεκαθαρίσματα. Τώρα που η Ιστορία μας κλείνει το μάτι και με δεδομένη τη δραματική ανεπάρκεια του πολιτικού προσωπικού, είναι ώρα για πρωτοβουλίες ώστε να λάβει τέλος το υπαρξιακό δράμα του να έχουμε αριστερούς χωρίς Αριστερά. Η «ευγενής μας τύφλωσις» δυστυχώς δεν περιλαμβάνει μόνο τους πυλώνες του δικομματισμού. Περιλαμβάνει και την κατακερματισμένη ριζο-σπαστική Αριστερά.
Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010
Όχι, λάθος είχα κάνει
Πριν κάποια χρόνια, όχι δίχως αυθάδεια, είχα γράψει σε κάποιο νοτισμένο κείμενο: «Τη μόνη εξουσία που αποδεχόμαστε, τη μόνη τυραννία που αντιμετωπίζουμε αδιαμαρτύρητα, εμείς που διψάμε για ουρανούς ελευθερίας, είναι ο χρόνος». Όχι, λάθος είχα κάνει. Τώρα πια ξέρω. Δεν είναι ο χρόνος ο τύραννος. Το παρόν είναι. Το παρελθόν και το μέλλον έχουν λυτρωτικές και απελευθερωτικές διαστάσεις. Ενώ το παρόν φέρει τη στασιμότητα, το ψύχος, την αγωνία, την αβεβαιότητα. Αυτή τη γλυκιά βία, που με στωικότητα αποδεχόμαστε ήσυχοι όταν η σκέψη δομείται και δονείται από ανελέητη παροντικότητα
Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010
Πορτρέτο ενός μοναχικού αναρχικού, εξόριστου από πάντα
Χθες βράδυ, ανοίγοντας την τηλεόραση για ειδήσεις, έπεσα τυχαία πάνω σ’ ένα ντοκιμαντέρ με θέμα τον αγαπημένο μου Έλληνα σκηνοθέτη. Τον Νίκο Παπατάκη.
Μου έχει συμβεί τρεις φορές να ερωτευτώ κάτι γεροντικό. Τις δυο προηγούμενες φορές ήταν δια ζώσης, όταν κατά τη διάρκεια κάποιων συνεντεύξεων για το Έψιλον, αισθάνθηκα να ερωτεύομαι τα υγρά τρεμουλιαστά γκριζοπράσινα μάτια της Έλλης Παππά και την κελαρυστή φωνή της Εύας Κοταμανίδου. Ήμουν και στον χώρο τους, αισθάνθηκα να παραδίνομαι και για πρώτη φορά συνειδητοποίησα τόσο έντονα ότι ενδέχεται ο χρόνος να μην κατορθώσει να λεηλατήσει όλα τα τιμαλφή σου. Πίσω από ραγάδες, ρυτίδες και λαβωματιές μπορεί να υπάρξει και κάτι αναλλοίωτο, το πολύτιμο εκείνο μέταλλο που συνδέεται με το «είναι» σου. Χθες σκέφτηκα πάλι κάτι για το οποίο δεν χρειάζεται να σιγουρευτώ. Μονάχα σε δυο πράγματα μπορώ να παραδοθώ αφοπλισμένος. Στο βλέμμα και τη φωνή.
Χθες από τηλοψίας ερωτεύτηκα το σταθερό και σίγουρο βλέμμα του Παπατάκη και ένιωσα περήφανος που μ’ αρέσουν υπερβολικά οι ταινίες ενός ανθρώπου με τέτοια μάτια και ματιά. Τον έβλεπα για πρώτη φορά να μιλά και να κινείται και θαύμασα την αρρενωπή εφηβεία των 90 χρόνων του και το γερό του κόκκαλο. Σκέφτηκα μελαγχολικά πόσα ταξίδια, πόσοι άνθρωποι, πόσες εικόνες, πόσες ήττες, πόσες διαψεύσεις χρειάζονται για να σμιλευτεί αυτό το κοίταγμα. Σαν τον τοίχο στο Booze Cooperativa που με τον καιρό εξελίσσεται σε έργο τέχνης του αόρατου δημιουργού κυρίου Χρόνου.
Ήξερα καλά τις ταινίες του, οι Βοσκοί της συμφοράς (Patres du desordre) παραμένουν από τα πιο όμορφα πράγματα που έχει κάνει ποτέ Έλληνας σκηνοθέτης, αλλά χθες γνώρισα και τη ζωή του. Δεν έχω διαβάσει την αυτοβιογραφία του, «Όλοι οι δρόμοι προς την απόγνωση», αλλά μάλλον θα είναι η επόμενη αγορά βιβλίου που θα κάνω.
Έλληνας της διασποράς, γεννήθηκε πριν 90 χρόνια στην Αιθιοπία από πατέρα Έλληνα και μητέρα Αβησσυνή. Στα 14 έφυγε από το σχολείο και βρήκε καταφύγιο σε μια πόρνη. Όταν τον βρήκαν οι γονείς του, ο πατέρας του τον αλυσόδεσε 15 μέρες και ύστερα τον έστειλε εξορία στη Βηρυττό. Την περίοδο της νιότης του οι Ιταλοί αποικιοκράτες τον απέλασαν από την Αιθιοπία. Ήρθε το 1936 στη θλιβερή μεσοπολεμική Αθήνα του Μεταξά και δούλεψε δυο χρόνια σε ξενοδοχείο. Στο Παρίσι πέρασε τα χρόνια της Κατοχής και εκεί ζει μέχρι σήμερα. Μετά τον πόλεμο έγινε ιδιοκτήτης του περίφημου καμπαρέ «La Rose Rouge » στο οποίο εμφανίστηκαν ο Μαρσώ, ο Φερρέ, η Γκρεκό, ο Κενώ, ο Πρεβέρ, ο Κοκτώ. Αδερφικός φίλος του Ζαν Ζενέ, του Σαρτρ, της Μποβουάρ και όλης της αβανγκαρντίας του Saint Germain του ’50, αναγκάστηκε να φύγει από τη Γαλλία όταν στον πόλεμο της Αλγερίας βοηθούσε την «τρομοκρατική» F.N.L. Βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, γνώρισε τον Κασσαβέτης, τον ερωτεύτηκε παράφορα η Γερμανίδα τραγουδίστρια Niko που συνεργαζόταν με τους Velvet Underground και όταν πια γύρισε στην Ελλάδα το 1966 γύρισε τους «Βοσκούς» μια μοναχική ταινία στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, τον μακρινό και ξεχασμένο πρόγονο του «Κυνόδοντα» (ο «Κυνόδοντας» μου θύμισε τους «Βοσκούς», τους είδα πάλι πρόσφατα και το τσίμπημα που ένιωσα ήταν ίδιο όπως την πρώτη φορά, πράγμα σπάνιο με τα έργα τέχνης και όχι μόνο).
Στο ντοκιμαντέρ που πρόβαλε η ΕΡΤ, στην εξαίσια νυχτερινή ζώνη του Doc on air, και το οποίο επιμελήθηκαν ο Τίμων Κουλμάσης και η Ηρώ Σιαφλιάκη, ο γοητευτικός αυτός κύριος δίνει θαυμάσια απρόσμενες απαντήσεις. Μιλώντας για την αισθητική του κινηματογράφου που υποστηρίζει, παρουσιάζει τις ταινίες του ως όπλα ανατροπής και εξέγερσης. Αυτό που τον απασχολούσε πάντα ήταν η αναζήτηση της προσωπικής έκφρασης που να μη μοιάζει με άλλη και να μην εμπνέεται από άλλη. «Βάζω μια κραυγή εξέγερσης με τις ταινίες μου», θα πει κάπου. Κι όμως αυτή η κραυγή δεν είναι η προφανής, δεν υπάρχει ρεαλισμός στις ταινίες του, ούτε αριστερά επαναστατικά ταμπούρλα. Υπάρχει η αισθητική που σπάει σε κομμάτια την αφήγηση, η αισθητική της αλληγορίας, της ελλειπτικότητας πολύ μακριά από τις βαρετές αφηγήσεις του ρεαλισμού. Καμία σχέση με Ελλάδα δηλαδή.
Σταχυολογώ ωραία κομμάτια της συνέντευξης: «Είμαι εξόριστος από πάντα. Δεν μπορώ να ανήκω πουθενά. Έχω μια καχυποψία με τις ιδεολογίες. Κύριο θέμα στις ταινίες μου είναι η ταπείνωση και η εξέγερση. Όμως η εξέγερση στις ταινίες μου πρέπει να αποτύχει. Αλλιώς δεν θα είχε νόημα να κάνω ταινία. Ίσως η απόγνωση είναι πιο αναγκαία από την ελπίδα!
Τι είναι εξορία για σας; Να είμαι ξεκομμένος απ’ όλα. Είμαι εξόριστος από πάντα. Ο αγώνας μου ήταν πάντα μοναχικός»
Κάπως έτσι ξελασπώσαμε από ένα αδιάφορο βράδυ Δευτέρας.
Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010
20.11.1981
Φυσούσε ένας μανιασμένος αέρας. Τα φθινοπωριάτικα ξερά φύλλα σηκώνονταν από τις άκρες του δρόμου λες και κάποιος δαίμονας ξύπνησε κάτω από την άσφαλτο. Στον 5ο όροφο του μαιευτηρίου «Λητώ» εκείνη δεν είχε ξυπνήσει ακόμη από τη νάρκωση. Μόλις είχε φέρει στον κόσμο ένα στρουμπουλό και ροδαλό αγοράκι 4 κιλών που αφού έκλαψε εθιμοτυπικά και αφού σκεπάστηκε στην αγκαλιά των άσπρων σεντονιών που έφερε η χαμογελαστή μαία, έκλεισε το στόμα του και περίμενε υπομονετικά να μεγαλώσει. Κανένας δεν πρόσεξε τότε αυτή την υπομονή του βρέφους.
Εκείνη ήταν ακόμη 19 ετών. Μέσα σ’ ένα χρόνο είχαν συμβεί τόσες αλλαγές στη ζωή της που δεν είχε προλάβει να καταλάβει τη μεταμόρφωσή της. Εκείνος δούλευε την προηγούμενη νύχτα, πάντα σερβιτόρος, και έφυγε βιαστικά από τη δουλειά του. Σε λίγο θα γινόταν πατέρας. Ένα λαϊκό ζευγάρι του 80 ήταν οι δυο τους. Κανείς τους δεν κατάλαβε τι δημιούργησαν, τι έφεραν στον κόσμο. Ούτε τον κόσμο στον οποίο το έφεραν είχαν καταλάβει. Γι’ αυτό και ζήσαν εν αγνοία ευτυχισμένοι.
Το αγοράκι «συνελήφθη» κάποια από τις νύχτες του μεγάλου σεισμού της Αθήνας, τον Φλεβάρη του ίδιου χρόνου. Οι γονείς του ήταν ανύπαντροι ακόμη και όταν έγινε ο γάμος, Δευτέρα του Πάσχα στο χωριό, η κοιλιά εκείνης είχε αρχίσει να φουσκώνει. Λίγες μέρες πριν τη γέννα, εκείνος έτρεχε στους δρόμους για την «Αλλαγή». Το ΠΑΣΟΚ ερχόταν ορμητικά στην εξουσία και τίποτα δεν μπορούσε να προβλέψει την οικτρή διάψευση τριάντα χρόνια μετά.
Το βρέφος πάντως έδειξε αμέσως τις διαθέσεις του. Χαμογελούσε προς πάσα κατεύθυνση, προτού αρχίσει να καταλαβαίνει τον κόσμο. Και παράλληλα άφηνε τα σάλια του σε όποιον το πλησίαζε. Κάποια χρόνια αργότερα περπατώντας στα κλειστά μαγαζιά της ρημαγμένης από την ύφεση πόλης του, θυμήθηκε το βλέμμα της μάνας του μπροστά στις βιτρίνες της οδού Λαρίσης, τότε που λαχταρούσε να το ντύσει με τα πιο αφράτα ρούχα αλλά το πορτοφόλι ήταν άδειο.
Ιτέας 5, Αμπελόκηποι. Το πρώτο του καταφύγιο. Μια φωλιά της αγάπης, ένας ιδιωτικός ουρανός. 29 χρόνια μετά, το αγοράκι, άντρας πια, της παντρειάς που λέει ο λόγος, θα έλεγε στους φίλους του καμαρώνοντας, ένα μεθυσμένο βράδυ, ότι ο ίδιος υπήρξε προϊόν έρωτα και πάθους και όχι μηχανικού σεξ και τυχαίου λάθους. Πάντα έτσι προσπαθούσε να εξηγήσει όσα συνέβαιναν στη ζωή του. Πίστευε στην αριστοτελική «εντελέχεια» και έβλεπε έναν τελεολογικό σκοπό γύρω από κάθε εκδήλωση της ζωής του. Του άρεσε να κρατάει τις λεπτομέρειες από τη σημειολογία των πραγμάτων. Και εκείνο το βράδυ που έκλεινε τα 29 του χρόνια ήθελε να βγει στους δρόμους και να φωνάξει σαν τον Μόχα του τραγουδιού: πείτε σε όλους ότι εγώ, εκείνο το βρέφος, ως τα σήμερα έζησα μια υπέροχη ζωή! Ρουφώ τον αέρα με τις μύτες, αλλά οι οσμές που μου έρχονται δεν μου είναι αρκετές. Όσο μεγαλώνεις τόσο πιο άχρηστες γίνονται οι λέξεις που έμαθες, τόσο πιο περιορισμένη είναι η ανάγκη να μιλάς. Τόσο πιο άχρηστα τα επιχειρήματα, τόσο πιο θαμπές οι εικόνες. Τόσο πιο βαθιά τα αισθήματα και τόσο πιο εναγώνια η αναζήτηση: τελικά, από ποιο παραμύθι το έσκασα;
*Μόχα= ήρωας του ομώνυμου τραγουδιού του Παύλου Παυλίδη. Πρόκειται για το ψευδώνυμο ενός μυθιστορηματικού τύπου ασήμαντου μυθιστορήματος που πέθανε στις φυλακές μιας αφρικάνικης χούντας καταδικασμένος επειδή κάθε φορά που είχε κάτι σημαντικό στο μυαλό του έβγαινε στο δρόμο και το φώναζε.
Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010
Το Πολυτεχνείο και οι εκτός κλίματος εξεγέρσεις
Αν υποθέσουμε ότι ισχύει ο αφορισμός του Καρούζου ότι η Ιστορία δεν σε περιμένει στη στάση του τρόλευ, τότε εύλογη είναι η απορία γιατί σήμερα στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων δεν κουνιέται φύλλο. Μετά τις 5 Μάη, ένα παρατεταμένο μούδιασμα έχει διαπεράσει εκείνο το τμήμα του κοινωνικού σώματος που εκδήλωσε, στιγμιαία, πολιτική συμπεριφορά πολίτη και όχι υπηκόου, που έκανε χρήση δηλαδή του δημοκρατικού δικαιώματος της πολιτικής ανυπακοής. Σήμερα που το μέλλον εμφανίζεται με βίαιο πρόσωπο και οργανώνεται ερήμην μας ένα νέο μοντέλο κοινωνίας, ολόκληρο το πολιτικό σύστημα και κυρίως οι κατά συνήθεια αποκαλούμενοι πολίτες-καταναλωτές κοιταζόμαστε μεταξύ μας ανήμποροι να αρθρώσουμε το παραμικρό instead of. Πριν προλάβουμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο, μας πρόλαβε και μας άλλαξε αυτός.
Η φετινή επέτειος του Πολυτεχνείου συναντιέται βασανιστικά με τη συγκυρία για να μας θυμίσει πώς η Ιστορία απογειώνεται όταν τα υποκείμενά της προσέρχονται στο ραντεβού μαζί της. Η εξεγερσιακή δυνατότητα παρουσιάζεται και πάλι ως προοπτική που μπορεί να γίνει κινητήριος μοχλός των πολιτικών εξελίξεων. Με δεδομένη την αίσθηση του αδιεξόδου και με ορατή την τάση να εμφανίζεται το μέλλον πιο άδηλο από ποτέ ως προς το πρόσημό του, η υπέρβαση της κρίσης αναζητά τη νέα μεθοδολογία που θα δώσει συντεταγμένες στην αμφισβήτηση.
Αυτή η ελληνική καταθλιπτική μανία με τις επετείους και τον πατροπαράδοτο εορτασμό μου προκαλεί αποφορά. Σήμερα που οι 18χρονοι απέχουν από το Πολυτεχνείο περισσότερο απ’ ό, τι η γενιά του Πολυτεχνείου από την Κατοχή και το ’40, το νόημα του εορτασμού του παραμένει μετέωρο και αναζητεί τις προσλαμβάνουσες που θα το διασαφήσουν και θα το επικαιροποιήσουν. Το νόημα του Πολυτεχνείου συμπυκνώνεται, κατ’ εμέ, στην προτροπή στους νέους να κυνηγάνε τους ανέμους και να μην πηγαίνουν μαζί τους. Το φαινόμενο που ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ονόμασε «αριστερή μελαγχολία», και μάλλον καθίσταται εν αφθονία στις μέρες μας, δεν πρέπει να το δούμε ως εμπόδιο στην όξυνση της αγωνιστικότητας αλλά ως δείκτη για την αξία και την ισχύ της λύπης ως παράγοντα που βοηθά να κοιτούμε με πιο καθαρό βλέμμα τα πράγματα. Είναι η μόνη ψυχική διάθεση από την οποία θα προκύψει ελπίδα και προοπτική ώστε οι εξεγέρσεις να μην γίνουν πάλι, εν γένει, εκτός του κλίματος. Όπως εκείνον τον ανολοκλήρωτο Δεκέμβρη του 2008.
Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010
Δρόμοι παλιοί (16.1.2009)
Αλλάζοντας γνώμη τελευταία στιγμή, αποφάσισα να κατέβω στο κέντρο με τ' αυτοκίνητο και όχι με τον ηλεκτρικό. Που να ‘ξερα τι με περίμενε. Έφτασα στο «Κύτταρο» τρέμοντας. Ένα παράξενο πάγωμα κροτάλιασε το σώμα μου. Όπως και να το κάνεις, είχα δώδεκα χρόνια να περπατήσω τη γειτονιά που μεγάλωσα. Μιχαήλ Βόδα, Ιουλιανού, Ηπείρου, Λιοσίων, πλατεία Βικτωρίας. Οι ασήμαντοι αυτοί δρόμοι ήταν τα σύνορα του κόσμου μου, των επτά, των δέκα και των δώδεκα χρόνων. Παρκάρω μπροστά στην καθολική εκκλησία. Μιχαήλ Βόδα. Δρόμος σημαδεμένος απ' τα βιβλία του Νίκου Δήμου. Κοιτάζω στο απέναντι πεζοδρόμιο την πολυκατοικία με τον αριθμό 23. Το σπίτι μου. Διαβάζω τις σκέψεις μου σιωπηλός. Νοσταλγία. Διάθεση Ταρκόφσκι. Απέναντι ο παιδικός σταθμός. Τίποτα δεν έχει μείνει ίδιο.
Περπατώ και ψηλαφώ τα αισθήματά μου. Λίγο παραπάνω το 54ο Δημοτικό και απέναντι το 42ο Γυμνάσιο. Τα σχολεία μου. Αναρωτιέμαι πως χωράγαμε εδώ μέσα τόσα παιδιά. Η αυλή μου φαίνεται μικρή. Πλησιάζω το τζάμι. Μια καθαρίστρια σκουπίζει μια αίθουσα. Τα φώτα μέσα είναι αναμμένα. Ζωγραφιές παιδιών με παράξενα ονόματα, ασιάτικα, αφρικάνικα, βαλκάνια, γεμίζουν τους τοίχους. Θυμάμαι τη ζεστασιά που είχε η υπόγεια αίθουσα της Δ΄Δημοτικού. Θυμάμαι και τη ζεστασιά που είχαν τα μάτια και η φωνή του δασκάλου μας, του κυρίου Μιχάλη Χουλιάρα.
Περπατώ και αισθάνομαι να κρατώ στα χέρια μου χειροβομβίδες. Κοιτώ τις πλάκες στο πεζοδρόμιο της Μιχαήλ Βόδα, μετράω τα βήματα από το σχολείο μέχρι το σπίτι και δεν μου βγαίνουν όπως τότε. Περνώ στο απέναντι πεζοδρόμιο και θυμάμαι τότε που το πέρασμα απέναντι ήταν πράξη ενηλικίωσης. Τα πάντα έχουν αλλάξει. Τα Αγγλικά «Πάιτα» έχουν γίνει γραφεία. Ο ανάπηρος κύριος Γρηγόρης στο ψιλικατζίδικο δεν υπάρχει. Έχει μείνει το προποτζίδικο δίπλα στο φροντιστήριο και το χαρτοπωλείο «Κυψέλη». Φτάνοντας εκεί βρίσκω στο διάβα μου την πολυκατοικία που έμενε ο Καβούκης και η Σάρον. Θυμάμαι το πάρτυ του 1992 στο σπίτι της, τα μπλουζ, τα αμήχανα βλέμματα, τα χτυποκάρδια. Πλησιάζω στα κουδούνια μήπως δω τ' όνομά τους. Τίποτα.
Μπαίνω στο στενάκι που παίζαμε μπάλα. Ένα μπουρδέλο που του σπάσαμε κάμποσες φορές τη λάμπα με την παιδική μπαλίτσα μας, έχει γίνει πολυκατοικία. Η ταβέρνα του Λάμπρου κλειστή εδώ και χρόνια. Πουθενά παιδικές φωνές, κανένας δεν παίζει.
Φτάνω στην Αλκιβιάδου. Ο Τριαντάφυλλος και τα «Τρια Κυπαρίσσια» δεν είναι εκεί. Κατεβάινω στην Καθολική εκκλησία. Εκεί που έμαθα σκάκι. Το παρκάκι είναι γεμάτο σκουπίδια, σύριγγες και βρωμιά. Όλα μου φαίνονται στενά. Τότε ήταν όλα μεγάλα κι απέραντα. Δίπλα στην καθολική, η παράξενη μπυραρία-καφέ «Σοπέν». Παντού γύρω Πολωνοί και αφίσες στα πολωνικά. Πίνω δυο μπύρες σε κουτάκι και συνεχίζω το οδοιπορικό σακατεμένος. Το κρεοπωλείο δεν είναι εκεί, ο λαστιχάς δεν είναι εκεί, ο Λευτέρης δεν είναι εκεί, η κάβα της Μαρίας δεν είναι εκεί. Στα κουδούνια άγνωστα ονόματα. Ψάχνω να βρω σημάδια, να γίνει αναγνώριση, όπως στις αρχαίες τραγωδίες. Κανείς δεν με ξέρει και κανέναν δεν ξέρω.
Μ' αυτές τις αποσκευές στα μάτια και την ψυχή φτάνω επιτέλους στο «Κύτταρο». Ο Θάνος βγαίνει στη σκηνή με το ποτό στο χέρι. Τον κοιτώ και είναι σαν το μέσα μου. Με τις πρώτες νότες γαληνεύω. Το Jameson ερεθίζει τον ουρανίσκο. Σήμερα κλείνουν 40 μέρες από τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Η κατάσταση στη συναυλία γίνεται εκρκτική. Διαδήλωση συναισθημάτων. Ο Γιώργος δίπλα μου αποσβολωμένος. Ο Θάνος φωνάζει. "Χρειαζόμαστε το νερό. Το νερό που είμαστε. Νερό κι αστρόσκονη είμαστε". Αφιερώνει τον "Τελευταίο σταθμό" στον χαμένο αδερφό του. Ζητά λευτεριά σ' όσους είναι στα κελιά. Κι ύστερα "Είναι μια χώρα που με διώχνει μακριά...είμαι ένα σκιάχτρο που άρπαξε φωτιά". Κρατάμε τους στίχους στα χείλη μας σφαλισμένους, πίνουμε, πίνουμε μέχρι το φουκαριάρικο συκώτι μας και γυρίζουμε πίσω, με μια ρυτίδα περισσότερη στο βλέμμα...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


